Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2021

Γνωρίζετε τα πάντα για τον ασφαλιστικό κλάδο; Δείτε την ερμηνεία κάθε όρου.

ΑΚΥΡΩΣΗ

Η διακοπή του συμβολαίου κατόπιν έγγραφης αίτησης του ασφαλισμένου ή μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του.

ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΟΡΟΣ

Ο αναλογικός όρος εφαρμόζεται στις αποζημιώσεις, στις περιπτώσεις εκείνες που οι ασφαλισμένες αξίες περιουσιακών στοιχείων δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές. Αν π.χ. ασφαλίζεται ένα ακίνητο ή ένα αυτοκίνητο για το 80% της αξίας του (είναι δηλαδή υπασφαλισμένο), τότε σε περίπτωση ζημιάς θα αποζημιωθεί αναλογικά, δηλαδή για το 80% της ζημιάς που υπέστη.

ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Τα ετήσια συμβόλαια ανανεώνονται αυτόματα με τη λήξη της ισχύος τους, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί από την ασφαλιστική εταιρία ή από τον συμβαλλόμενο.

ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

Η εκχώρηση μέρους των κινδύνων που αναλαμβάνει η Εταιρία προς άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις (αντασφαλιστικές), με σκοπό τη διασπορά των κινδύνων.

ΑΞΙΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ / ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ

Το ποσό που απαιτείται για την ανακατασκευή, την επισκευή ή αντικατάσταση των ασφαλισμένων αντικειμένων με καινούργια παρεμφερούς τύπου προδιαγραφών και απόδοσης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητά τους για τον υπολογισμό της αποζημίωσης.

ΑΞΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ

Η αξία που αποκτά το ασφαλιστήριο όταν ελευθεροποιείται (βλ. ελευθεροποίηση).

ΑΞΙΑ ΕΞΑΓΟΡΑΣ

Το ποσό που υπάρχει στη διάθεση του συμβαλλομένου τη χρονική στιγμή που επιθυμεί να διακόψει το συμβόλαιο. Ο χρόνος κατά τον οποίο εξαρτάται η αξία εξαγοράς ενός συμβολαίου οφείλεται στο είδος του συμβολαίου.

ΑΞΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ

Η τρέχουσα αξία που έχει κάθε ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη χρονική στιγμή ακριβώς πριν τη ζημιά.

ΑΠΑΛΛΑΓΗ

Ποσό που αφαιρείται από τη συνολική αποζημίωση που καταβάλλει η ασφαλιστική Εταιρία. Το ποσό αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με τον τύπο ασφάλισης και επιβαρύνεται ο ασφαλισμένος.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

(βλ. Ασφάλισμα)

ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ (ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ)

Αποζημίωση με τη μορφή επιδόματος που παρέχεται στον ασφαλισμένο όταν αυτός κριθεί ανίκανος για εργασία είτε από ατύχημα είτε από ασθένεια (προσωρινά ή μόνιμα).

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ (ΚΛΑΔΟΣ)

Η ανάληψη της υποχρεωτικής κάλυψης των δαπανών από την ασφαλιστική Eταιρία για την απόκρουση και την ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του ασφαλισμένου, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.

ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΖΩΗΣ

Ευρεία κατηγορία ασφαλίσεων στην οποία συμπεριλαμβάνονται ασφαλίσεις ζωής, υγείας, αποταμίευσης, συνταξιοδότησης, προσωπικών ατυχημάτων, απώλειας εισοδήματος, κ.α.

ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Το αντικείμενο που καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση και του οποίου τα στοιχεία περιγράφονται λεπτομερώς στο ασφαλιστήριο.

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ ΛΟΓΩ ΜΟΝΙΜΗΣ ΟΛΙΚΗΣ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

Η Εταιρία απαλλάσει τον ασφαλισμένο από την πληρωμή των ασφαλίστρων σε περίπτωση που αυτός λόγω ατυχήματος ή ασθένειας μείνει μόνιμα ολικά ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματός του κατά τη διάρκεια ισχύος της βασικής ασφάλισης. Η ασφάλιση αυτή λήγει στο 65ο έτος του ασφαλισμένου ή κατά τη λήξη της βασικής ασφάλισης, εφόσον αυτή προηγείται.

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ

Η Εταιρία αναλαμβάνει να καταβάλλει στον ασφαλισμένο ισόβια μηνιαία σύνταξη ή εφάπαξ ποσό με τη λήξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ανάλογα με την επιλογή του ασφαλισμένου, κατά τη λήξη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Εάν ο ασφαλισμένος αποβιώσει πριν τη λήξη της ασφάλισης, η Εταιρία επιστρέφει στους δικαιούχους το σύνολο των καθαρών εισπραχθέντων ασφαλίστρων μαζί με τα συσσωρευμένα μερίσματα.

ΑΣΦΑΛΙΣΜΑ (ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ)

Tο ποσό που κατά περίπτωση και ανάλογα με το είδος ασφαλιστηρίου συμβολαίου είναι υποχρεωμένη να καταβάλει η ασφαλιστική Εταιρία ως αποζημίωση σε περίπτωση ατυχήματος, ασθένειας ή ζημιάς.

ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΟΧΗΜΑ

Είναι το όχημα που καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση και του οποίου τα στοιχεία περιγράφονται λεπτομερώς στο ασφαλιστήριο και που κινείται στο έδαφος και όχι σε τροχιές, με τη βοήθεια μηχανικής δύναμης ή ηλεκτρικής ενέργειας ανεξάρτητα αριθμού τροχών καθώς και κάθε ρυμουλκούμενο τροχοφόρο προσδεμένο με το κυρίως όχημα ή μη, καθώς και ποδήλατο με βοηθητικό κινητήρα.

ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΠΟΣΟ (Ή ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ή ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΞΙΑ)

Το ποσό μέχρι του οποίου κατ΄ανώτατο όριο ευθύνεται η Εταιρία σε περίπτωση επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου, προκειμένου να αποκαταστήσει τη ζημιά.

ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΣ / ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΣ

Είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο απειλείται από ασφαλιζόμενο κίνδυνο και αντλεί δικαιώματα από την ασφαλιστική σύμβαση. Ο ασφαλιζόμενος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφάλισης.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Η ηλικία που έχει ο ασφαλισμένος κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του συμβολαίου του.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΕΤΟΣ

Κάθε ετήσια περίοδος που αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ

Tο έγγραφο το οποίο κατοχυρώνει την ασφάλιση, περιέχει τα εξατομικευμένα στοιχεία της ασφάλισης και φέρει την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της Εταιρίας.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Σύμβαση με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει, έναντι ασφαλίστρου, την υποχρέωση να καταβάλει αποζημίωση ή να παράσχει παροχή σε περίπτωση που συμβεί ασφαλιζόμενο περιστατικό. Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει την πρόταση ασφάλισης, το ασφαλιστήριο, τους γενικούς και ειδικούς όρους και τις πρόσθετες πράξεις, που εκδίδονται με βάση τις τροποποιήσεις αυτής που συμφωνούν τα δύο μέρη.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Το έννομο συμφέρον του ασφαλισμένου για το αντικείμενο ασφάλισης. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη ασφάλισης.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ (Ή ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ Ή ΚΑΛΥΠΤΟΜΕΝΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ)

Η δυνατότητα επέλευσης ζημιογόνου γεγονότος έναντι του οποίου ασφαλίζεται κανείς. Η πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου γεννά την υποχρέωση της Εταιρίας για αποζημίωση.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ

(βλ. Διαμεσολαβητής)

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ / ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

(βλ. Διαμεσολαβητής)

ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΟ

Το χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο ασφαλισμένος στην ασφαλιστική Εταιρία, ως αντίτιμο για την παροχή προς αυτόν ασφαλιστικής προστασίας.

ΑΤΥΧΗΜΑ

Περιστατικό που οφείλεται σε αιφνίδια, βίαιη, τυχαία αιτία, ανεξάρτητη από τη θέληση του ασφαλισμένου και προκαλεί σε αυτόν σωματικές ή υλικές βλάβες.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ

Ευρεία κατηγορία ασφαλίσεων στην οποία συμπεριλαμβάνονται ασφαλίσεις περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, επιχειρήσεις, αυτοκίνητα, κλπ.), αστικής ευθύνης, επαγγελματικής ευθύνης, τεχνικών έργων, κ.α. Είναι σε αντιδιαστολή με τις ασφαλίσεις κλάδου ζωής που καλύπτουν ζωή και υγεία.

ΓΕΝΙΚΟΙ ΌΡΟΙ

Οι όροι που προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων και για το σύνολο της ασφαλιστικής σύμβασης, το πλαίσιο της ασφάλισης, τις διατάξεις των νόμων από τις οποίες διέπεται η ασφαλιστική σύμβαση, τις διαδικασίες κατάρτισης, ακύρωσης, τροποποίησης της ασφαλιστικής σύμβασης, το πώς ισχύει η ασφάλιση, τις γενικές εξαιρέσεις και τα γεωγραφικά όρια ισχύος του ασφαλιστηρίου, τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση επίτασης του κινδύνου ή ζημιάς, τι ισχύει αν υπάρχει ασφάλιση και σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία ή επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλιζόμενου, πως ασκούνται οι διαδικασίες διαιτησίας σε περίπτωση διαφωνίας των μερών της σύμβασης, το δίκαιο και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων σε περιπτώσεις επίδικων διαφορών των μερών της σύμβασης και τυχόν άλλες γενικής ισχύος διατάξεις.

ΔΑΝΕΙΟ

Ο ασφαλισμένος μπορεί να δανειστεί ποσό μέχρι την αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου του με εγγύηση την ίδια την αξία εξαγοράς. Δάνειο μπορεί να πάρει μετά τον τρίτο χρόνο ισχύος του συμβολαίου. Σε περίπτωση που το συμβόλαιο λήξει για οποιονδήποτε λόγο, τότε το ποσό του δανείου καθώς και οι τυχόν οφειλόμενοι τόκοι παρακρατούνται από τις αξίες εξαγοράς ή από το ποσό κάλυψης που θα πρέπει να καταβάλει η Εταιρία στον ασφαλισμένο ή στον δικαιούχο του.

ΔΗΛΩΣΗ ΖΗΜΙΑΣ

Είναι η έγγραφη γνωστοποίηση του ζημιογόνου γεγονότος με αναλυτική περιγραφή του από τον ασφαλιζόμενο στην Εταιρεία, έτσι ώστε η Εταιρεία να διακανονίσει τη ζημιά.

ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΤΗΣ

Το αρμόδιο πρόσωπο που χειρίζεται τη διαδικασία καταβολής αποζημίωσης.

ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μπορεί να μεσολαβεί μεταξύ πελάτη και ασφαλιστικής Εταιρίας για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ

Το/α νομικό/α, ή φυσικό/α πρόσωπο/α που έχει δικαίωμα να εισπράξει το ασφάλισμα και ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ

Δικαίωμα εναντίωσης έχει ο πελάτης αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτησή του για ασφάλιση, ή αν δεν του παραδόθηκαν οι όροι του ασφαλιστηρίου. Το δικαίωμα εναντίωσης πρέπει να ασκηθεί από τον πελάτη σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης από το συμβαλλόμενο έχει σαν αποτέλεσμα την ακύρωση της σύμβασης.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ

Το ποσό που εισπράττεται μαζί με το ασφάλιστρο για τα έξοδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ

Το δικαίωμα του λήπτη της ασφάλισης, σε περίπτωση έκδοσης ασφαλιστηρίου συμβολαίου διάρκειας μεγαλύτερης του ενός (1) έτους να υπαναχωρήσει εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν επιθυμεί την ασφάλιση αυτή. Το δικαίωμα υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί με συστημένη επιστολή και σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης από τον λήπτη της ασφάλισης έχει σαν αποτέλεσμα την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης.

Διαβάστε Ακόμα