Η Ελβετία θεωρείται μία από τις χώρες με υψηλό επίπεδο προετοιμασίας απέναντι σε φυσικούς κινδύνους, όπως οι πλημμύρες, οι καταιγίδες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα. Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση του Swiss Re Institute, η ακραία ζέστη αναδεικνύεται πλέον σε έναν διαφορετικό και πιο σύνθετο κίνδυνο, ο οποίος δοκιμάζει τα όρια της υφιστάμενης ανθεκτικότητας.
Όπως επισημαίνει η Swiss Re, η Ελβετία θερμαίνεται με ρυθμό υπερδιπλάσιο σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο, γεγονός που μεταβάλλει σταδιακά το προφίλ κινδύνου της χώρας. Η ζέστη δεν λειτουργεί μόνο ως μεμονωμένος φυσικός κίνδυνος, αλλά και ως «πολλαπλασιαστής» κινδύνων, επηρεάζοντας την υγεία, την αγροτική παραγωγή, τους υδάτινους πόρους, την ενέργεια, τις υποδομές και τη συχνότητα ή την ένταση άλλων φυσικών φαινομένων.
Η ζέστη ως πολλαπλασιαστής ασφαλιστικών και κοινωνικών κινδύνων
Η Swiss Re σημειώνει ότι η Ελβετία έχει επενδύσει σημαντικά στην πρόληψη, τον χωροταξικό σχεδιασμό, τα πρότυπα κατασκευής και την ασφαλιστική κάλυψη έναντι φυσικών καταστροφών. Αυτά τα στοιχεία έχουν ενισχύσει τη δυνατότητα της χώρας να αντιμετωπίζει πλημμύρες, καταιγίδες και άλλους καταστροφικούς κινδύνους.
Η ακραία ζέστη, όμως, διαφοροποιείται από άλλους κινδύνους. Είναι λιγότερο ορατή, εξελίσσεται συχνά πιο σταδιακά και δεν αποτυπώνεται πάντα με τον ίδιο άμεσο τρόπο στις ασφαλιστικές ζημιές. Παράλληλα, μπορεί να επιδεινώσει ήδη γνωστούς κινδύνους: να αυξήσει την πίεση στα δίκτυα ενέργειας, να επιβαρύνει τις υποδομές, να επηρεάσει την παραγωγικότητα της εργασίας, να δημιουργήσει προβλήματα στην αγροτική παραγωγή και να εντείνει τις επιπτώσεις πλημμυρικών φαινομένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Swiss Re, η Ελβετία καταγράφει σήμερα περίπου 10 έως 15 θερμές ημέρες τον χρόνο, δηλαδή ημέρες κατά τις οποίες η μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία φτάνει ή ξεπερνά τους 30°C. Το αντίστοιχο μέγεθος το 1990 ήταν περίπου πέντε ημέρες ετησίως. Η μεταβολή αυτή δείχνει ότι η ακραία ζέστη δεν αποτελεί πλέον σπάνια εξαίρεση, αλλά έναν παράγοντα που πρέπει να ενσωματωθεί στον σχεδιασμό ανθεκτικότητας.
Ιδιαίτερη έκθεση καταγράφεται στις πόλεις. Τα αστικά κέντρα θερμαίνονται ταχύτερα στη διάρκεια της ημέρας και ψύχονται πιο αργά τη νύχτα, με θερμοκρασίες που μπορεί να είναι έως και 6°C υψηλότερες σε σχέση με τις γύρω αγροτικές περιοχές. Οι παρατεταμένοι καύσωνες και οι λεγόμενες «τροπικές νύχτες», κατά τις οποίες η θερμοκρασία δεν πέφτει κάτω από τους 20°C, δυσκολεύουν την ψύξη των κτιρίων και περιορίζουν τη δυνατότητα ανάκαμψης των ανθρώπων.
Η πρωτοβουλία Resilient Switzerland
Στο πλαίσιο αυτό, η Swiss Re εγκαινιάζει την πρωτοβουλία Resilient Switzerland, με στόχο την ενίσχυση της κοινής κατανόησης των κινδύνων, την προώθηση μέτρων πρόληψης και τη βελτίωση των μηχανισμών επιμερισμού των ζημιών.
Η πρώτη διοργάνωση Schweizer Resilienz-Tag, στις 26 Ιουνίου 2026, φέρνει στο ίδιο τραπέζι εκπροσώπους από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, την επιστημονική κοινότητα και την κοινωνία των πολιτών, με αντικείμενο τις πρακτικές λύσεις και τα τοπικά μέτρα προσαρμογής στην ακραία ζέστη.
Ο Gianfranco Lot, Country President Switzerland της Swiss Re, υπογράμμισε ότι η Ελβετία είναι καλά προετοιμασμένη για πλημμύρες και καταιγίδες, όμως η ζέστη αποτελεί διαφορετικό είδος κινδύνου: λιγότερο ορατό, δυσκολότερο να ασφαλιστεί και ικανό να ενισχύσει κινδύνους που η χώρα ήδη διαχειρίζεται. Όπως ανέφερε, η ανθεκτικότητα απέναντι στη ζέστη σημαίνει σκιά στους δρόμους, δροσερούς χώρους σε μονάδες φροντίδας, ασφαλέστερα ωράρια για την υπαίθρια εργασία και μηχανισμούς επιμερισμού του κινδύνου εκεί όπου οι απώλειες δεν μπορούν να προληφθούν.
Η τοποθέτηση της Swiss Re αναδεικνύει μία ευρύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο η ασφαλιστική και αντασφαλιστική αγορά προσεγγίζει τους φυσικούς κινδύνους. Η πρόκληση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην αποζημίωση μετά τη ζημιά, αλλά επεκτείνεται στην πρόληψη, στην προσαρμογή των υποδομών, στη διαχείριση της έκθεσης και στη δημιουργία νέων μοντέλων συνεργασίας μεταξύ κράτους, ασφαλιστικής αγοράς, επιχειρήσεων και τοπικών κοινωνιών.
Πηγή: Swiss Re Institute / Swiss Re



