Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2024

ARAG: Η ηλεκτρονική απάτη στις τραπεζικές συναλλαγές εξελίσσεται δυναμικά και με απίστευτη ευρηματικότητα

Δημοσίευση: 23/05/2024
ARAG Hellas, καθηγητής πανεπιστημίου, νομική προστασία

Με χίλιους τρόπους αφαιρούνται ποσά από τραπεζικούς λογαριασμούς

Σε αντίθεση με το παρελθόν καταδικάσθηκε τράπεζα για υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά.
Υποχρέωση τράπεζας να αποζημιώσει τον πελάτη της.

Η ηλεκτρονική απάτη στις τραπεζικές συναλλαγές εξελίσσεται δυναμικά και με απίστευτη ευρηματικότητα.
Πάρα πολλοί κάτοχοι τραπεζικών λογαριασμών χάνουν χρήματα από τον λογαριασμό τους λόγω μιας ηλεκτρονικής απάτης που μηχανεύονται ειδικά εκπαιδευμένοι επιτήδειοι.

Ανάμεσα στους πολλούς θύμα υπήρξε και ασφαλισμένος μας που του αφαιρέθηκαν από τον τραπεζικό του λογαριασμό χρήματα. Μέχρι τώρα οι τράπεζες αρνούνταν την ευθύνη τους.

Με την πρόσφατη 895/2024 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών καταφέραμε να υποχρεωθεί η τράπεζα να επιστρέψει το ποσό στον πελάτη της.

Ακολουθεί σχόλιο της συνεργάτου δικηγόρου κας Μαρίας Κουνάδη που χειρίσθηκε την υπόθεση.

Για την ARAG Hellas
Υπεύθυνη Νομικής Υπηρεσίας
Θεοδώρα Λάσκαρη, Δικηγόρος
————————————————————————–

Στις μέρες μας οι ηλεκτρονικές απάτες, οι οποίες εκδηλώνονται με ποικίλους τρόπους, διαρκώς μεταλλασσόμενους και εξελισσόμενους, απαντώνται όλο και συχνότερα, με στόχο τόσο φυσικά πρόσωπα όσο και επιχειρήσεις και με αποτέλεσμα να αποσπώνται ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των θυμάτων. Στην πράξη φυσικά, η ανεύρεση του δράστη είναι δυσχερέστατη, έως και αδύνατη, αφού συνήθως είναι φυσικά πρόσωπα ή νομικά, με έδρα το εξωτερικό, ανύπαρκτες επωνυμίες, κοινώς “φαντάσματα”. Η αποτελεσματικότητα λοιπόν, της ποινικής διαδικασίας, μέσω μηνύσεως κατά αγνώστων και της καταγγελίας στη δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος, σπανίως φέρει κάποια επιτυχή έκβαση.

Οι Τράπεζες σχεδόν πάντα αρνούνται την όποια υπαιτιότητα τους και έτσι η αίτηση αμφισβήτησης από τη μεριά του θύματος, συνήθως απορρίπτεται.

Φυσικά, να τονιστεί, ότι όλοι μας οφείλουμε, σε μία εποχή που το Διαδίκτυο έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις και αρκετές συναλλαγές γίνονται πλέον αποκλειστικά ηλεκτρονικά, να “έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά”, να αποφεύγουμε ύποπτες συναλλαγές και αν αντιληφθούμε κάποια ύποπτη κίνηση να παύσουμε αμέσως τη διαδικτυακή ενέργεια την οποία πραγματοποιούμε.

Αυτό όμως, που με ικανοποίηση παρατηρούμε, είναι η ολοένα και συχνότερη, έκδοση αποφάσεων Πολιτικών Δικαστηρίων υπέρ των θυμάτων και κατά των Τραπεζών. Μία μεγάλη μερίδα των Δικαστών, έχουν αντιληφθεί ότι τα Τραπεζικά Ιδρύματα δεν νοείται να μην διαθέτουν συστήματα ασφαλείας τόσο ισχυρά και ανυπέρβλητα, αντάξια της εμπιστοσύνης που τους επιδεικνύουν τόσοι και τόσοι πελάτες , καταθέτοντας τα χρήματά τους και την περιουσία τους σε αυτά.

Η εταιρία Νομικής Προστασίας Arag, το αντιλήφθηκε έγκαιρα και έτσι στήριξε πολλούς ασφαλισμένους της σε δύσκολους δικαστικούς αγώνες, με αβέβαιες πιθανότητες ευδοκίμησης, στους οποίους προσπαθήσαμε να καταδείξουμε τα κενά ασφαλείας των τραπεζικών συστημάτων, τα οποία κρίνονται ad hoc αφού διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση και εξετάζονται κάθε φορά λεπτομερώς.

Ενδεικτικά, θα αναφερθούμε στην πιο πρόσφατη υπ’ αριθμ. 895/2024 οριστική απόφαση του γραφείου μας, του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι η εναγoμένη Τράπεζα οφείλει να επιστρέψει το σύνολο του ποσού που απώλεσε η ενάγουσα, η οποία έπεσε θύμα ηλεκτρονικής απάτης, στην προσπάθειά της να πραγματοποιήσει πληρωμή μέσω κάρτας e-prepaid και μέρος της αιτούμενης ηθικής βλάβης. Μεταξύ άλλων στο αιτιολογικό της αναφέρει ότι :

“…Επομένως, οι επίδικες συναλλαγές (πράξεις πληρωμής) θεωρούνται, ελλείψει αποδεικνυόμενης παροχής συγκατάθεσης εκ μέρους της ενάγουσας μη εγκριθείσες κατά τις προβλέψεις του άρ. 64 Ν. 4537/2018 και γεννάται συμβατική ευθύνη της εναγομένης για επιστροφή του ποσού κατ’ άρ. 73 του ίδιου ως άνω νόμου, ενόψει και του γεγονότος ότι η ενάγουσα προχώρησε, κατ’ άρ. 71 παρ. 1 Ν. 4537/2018, χωρίς υπαίτια καθυστέρησή της (την ίδια ημέρα της τέλεσης της σε βάρος της απάτης) σε ειδοποίηση της εναγομένης αναφορικά με τις επίδικες μη εγκριθείσες πράξεις πληρωμής. Κατ’ επέκταση, η εναγόμενη ενέχεται σε αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη η ενάγουσα κατ’ άρθρο 73 Ν. 4537/2018 ποσού 5.152,82 ευρώ. Περαιτέρω, η ευθύνη της εναγόμενης προς αποζημίωση της ενάγουσας ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994. που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ζημία της ενάγουσας προκλήθηκε από πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της στο πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών της, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ υπό την έννοια της παράλειψης από μέρους της παρανόμως και υπαιτίως επιβαλλόμενων ενεργειών της.

Εν προκειμένω και ενόψει του γεγονότος ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα είχε προηγηθεί πληθώρα αντίστοιχων περιστατικών εξαπάτησης πελατών της εναγόμενης, η τελευταία ως παρέχουσα υπηρεσίες στο καταναλωτικό κοινό και υπέχουσα έναντι αυτού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, επέδειξε βαρεία αμέλεια ως προς την παρεχόμενη από μέρους της ασφάλεια στις υπηρεσίες των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η οποία επλήγη από την δόλια υποκλοπή χρημάτων, καθώς δεν τήρησε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες υψίστης ασφαλείας ως προς την εκτέλεση των επίμαχων συναλλαγών, παραλείποντας να εφαρμόσει τη διαδικασία εξακρίβωσης αυστηρής ταυτοποίησης του πελάτη, μη αντιλαμβανόμενη έτσι το ύποπτο της συναλλαγής, δεν έλαβε ολοκληρωμένα και βελτιωμένα μέσα προστασίας με σκοπό την πληρέστερη προστασία των πελατών της από κακόβουλες επιθέσεις και διαδικτυακές απάτες και την αποτροπή της παρείσφρησης μη εξουσιοδοτημένων τρίτων και δεν τήρησε τις υποχρεώσεις διαφώτισης, ορθής ενημέρωσης και προειδοποίησης των καταναλωτών – πελατών της. Καίτοι δε η ενάγουσα κινητοποιήθηκε άμεσα και την πληροφόρησε αυθημερόν για το επίδικο συμβάν, η ίδια δεν ενήργησε το ίδιο άμεσα αναφορικά με την διερεύνηση του γεγονότος και τη δέσμευση των τηρούμενων σε αυτήν λογαριασμών της απατηλής πίστωσης, ώστε να ματαιώσει τη ζημία του πελάτη της, αλλά καθυστέρησε με αποτέλεσμα τα χρήματα να αναλωθούν.

Η συμπεριφορά της αυτής πέρα από υπαίτια συνιστάμενη σε βαριά αμέλεια της υπήρξε και παράνομη, αφού και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στις διατάξεις του ν. 4537/2018 και του ν. 2251/1994, συναρτώμενη με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης, που είναι απαραίτητη στις τραπεζικές συναλλαγές, στοιχεία τα οποία όφειλε μέσα στη σφαίρα των παρεχόμενων υπηρεσιών να προσφέρει, αλλά και αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται στην διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, καθώς και στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως, είχε δε ως συνέπεια πέρα από την θετική ζημία της ενάγουσας, την πρόκληση σε αυτήν ηθικής βλάβης συνισταμένη στην ψυχική ταλαιπωρία της και στην αναστάτωση, ταραχή και στενοχώρια που δοκίμασε, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση…”.

Μαρίνα Φ. Κουνάδη
Δικηγόρος Αθηνών
Συνεργάτης της εταιρίας Arag SE

Πηγή: ARAG.GR

Ακολουθήστε το insuranceforum.gr στο Google News.

Διαβάστε Ακόμα

36th Thessaloniki Insurance Conference

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου

«Αντιμετωπίζοντας προκλήσεις – Δημιουργώντας ευκαιρίες»