Το Εφετείο απέρριψε την έφεση Ασφαλιστικής Εταιρείας κρίνοντας ότι δεν μπορούσε να απαιτήσει από ασφαλισμένη την επιστροφή αποζημίωσης που κατέβαλε εξωδικαστικά σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση για την ευθύνη.
Μια ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να αποφασίζει μόνη της ότι κάποιος πελάτης της ευθύνεται για πρόκληση ατυχήματος, να πληρώνει εξωδικαστικά αποζημίωση σε τρίτο πρόσωπο και στη συνέχεια να ζητά από τον ασφαλισμένο να της επιστρέψει τα χρήματα, όταν ο ίδιος έχει διαφωνήσει εξαρχής με τη διευθέτηση και όταν δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να καθορίζει την ευθύνη.
Αυτό προκύπτει από απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ERB Asfalistiki Limited εναντίον πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Η υπόθεση αφορούσε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 21 Σεπτεμβρίου 2010 στο Παραλίμνι, όταν ο τότε ανήλικος Κ.Γ. οδήγησε μοτοσυκλέτα της μητέρας του χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης και ενεπλάκη σε ατύχημα με πεζό, επίσης ανήλικο, τον D.A.
Το ατύχημα και η απαίτηση
Κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για τη μοτοσυκλέτα έναντι ευθύνης προς τρίτους. Ωστόσο, οι εξουσιοδοτημένοι οδηγοί ήταν μόνο η ιδιοκτήτρια της μοτοσυκλέτας, ο σύζυγός της και ο μεγαλύτερος γιος τους. Ο Κ.Γ., που οδήγησε τη μοτοσυκλέτα, δεν ήταν στους εξουσιοδοτημένους οδηγούς καθώς ήταν ανήλικος.
Μετά το ατύχημα, ο τραυματισθείς D.A., μέσω δικηγόρου, υπέβαλε απαίτηση προς την ασφαλιστική εταιρεία. Η ERB Asfalistiki Limited θεώρησε ότι είχε υποχρέωση ή δικαίωμα, με βάση τον νόμο και το ασφαλιστήριο, να καλύψει την απαίτηση του τρίτου προσώπου. Ταυτόχρονα, επιφύλαξε το δικαίωμά της να ζητήσει αργότερα από την ασφαλισμένη πελάτισσα της, την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού θα κατέβαλλε.
Το πρόβλημα ήταν ότι η ασφαλισμένη, δηλαδή η μητέρα του ανήλικου οδηγού, δεν συναίνεσε στη διευθέτηση της απαίτησης. Αντιθέτως, τόσο η ίδια όσο και ο ανήλικος Κ.Γ. αρνούνταν ότι ο τελευταίος είχε ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Η ασφαλισμένη αρνούνταν επίσης ότι είχε επιτρέψει στον γιο της να πάρει τα κλειδιά και να οδηγήσει τη μοτοσικλέτα.
Παρά τη διαφωνία αυτή, η ασφαλιστική εταιρεία προχώρησε σε εξώδικη διευθέτηση και κατέβαλε στον D.A. ποσό €18.521, περιλαμβανομένων δικηγορικών εξόδων. Στη συνέχεια ζήτησε από την ασφαλισμένη να της επιστρέψει το ποσό. Εκείνη αρνήθηκε και η ασφαλιστική κατέθεσε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου.
Η πρώτη ήττα της ασφαλιστικής
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας. Έκρινε ότι το άρθρο 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου, στο οποίο στηρίχθηκε η ασφαλιστική, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση, διότι δεν υπήρχε δικαστική απόφαση που να καθορίζει την ευθύνη.
Αυτό ήταν το κρίσιμο σημείο καθώς το Δικαστήριο θεώρησε ότι η ύπαρξη δικαστικής απόφασης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί ο συγκεκριμένος μηχανισμός. Με απλά λόγια, δεν αρκεί η ασφαλιστική να θεωρεί ότι κάποιος ευθύνεται. Η ευθύνη πρέπει να έχει κριθεί δικαστικά, ιδίως όταν ο ασφαλισμένος διαφωνεί και δεν αποδέχεται τη διευθέτηση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και σε δεύτερη σημαντική διαπίστωση, κρίνοντας ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν απέδειξε πως ο πίνακας του ασφαλιστηρίου και το βιβλιάριο με τους ασφαλιστικούς όρους είχαν πράγματι παραδοθεί στην ασφαλισμένη. Επομένως, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης.
Η ασφαλιστική υποστήριζε ότι οι συγκεκριμένοι όροι της έδιναν δικαίωμα να διαχειριστεί και να διευθετήσει την απαίτηση κατά την κρίση της και μετά να ζητήσει από την ασφαλισμένη το ποσό που, κατά την άποψή της, δεν καλυπτόταν. Το Δικαστήριο όμως δεν δέχθηκε ότι οι όροι αυτοί είχαν ενσωματωθεί αποδεδειγμένα στη σύμβαση.
Δεν αρκεί η «συνήθης πρακτική»
Το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση. Η ασφαλιστική προσπάθησε να στηριχθεί στη γενική πρακτική που, όπως ανέφερε, ακολουθούσε κατά την παράδοση ασφαλιστικών εγγράφων. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό.
Το Εφετείο έκρινε ότι η εταιρεία όφειλε να προσκομίσει σαφή μαρτυρία για το τι ακριβώς είχε συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να παρουσιάσει τον ασφαλιστικό πράκτορα με τον οποίο είχε επικοινωνήσει η ασφαλισμένη ή κάποιο πρόσωπο με άμεση γνώση για το πώς παραδόθηκαν τα έγγραφα. Αντί αυτού, παρουσίασε μαρτυρία για τη γενική διαδικασία που ακολουθούσε η εταιρεία.
Αυτή η μαρτυρία δεν έπεισε το Δικαστήριο. Όπως σημειώθηκε, η πρακτική μπορούσε να εφαρμοστεί με διαφορετικούς τρόπους, είτε με προσωπική παράδοση είτε με ταχυδρομική αποστολή. Δεν αποδείχθηκε όμως ποια μέθοδος χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση και αν πράγματι τα επίμαχα έγγραφα παραδόθηκαν στην ασφαλισμένη.
Αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι συγκεκριμένοι όροι είχαν παραδοθεί, η ασφαλιστική δεν μπορούσε να τους επικαλείται ούτε για να δικαιολογήσει την πληρωμή προς τον τρίτο ούτε για να ζητήσει ανάκτηση του ποσού από την ασφαλισμένη.
Το «λευκό χαρτί» που δεν υπήρχε
Ακόμη όμως και αν οι όροι θεωρούνταν μέρος της σύμβασης, το Εφετείο συμφώνησε ότι δεν έδιναν στην ασφαλιστική απόλυτη εξουσία να αποφασίσει τα πάντα μόνη της.
Ο επίμαχος όρος προέβλεπε ότι η εταιρεία μπορούσε να αναλάβει την υπεράσπιση ή τον διακανονισμό απαίτησης και να ενεργεί όπως έκρινε ορθό σε νομικές διαδικασίες ή σε διακανονισμό. Προέβλεπε επίσης ότι, αν η εταιρεία πλήρωνε ποσό που δεν καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο, ο ασφαλισμένος θα έπρεπε να το καταβάλει στην εταιρεία.
Το Εφετείο όμως έκρινε ότι ο όρος δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ως «λευκό χαρτί». Δεν έδινε δηλαδή στην ασφαλιστική δικαίωμα να αγνοήσει τη σαφή αντίθεση της ασφαλισμένης, να αποφασίσει μόνη της ότι ο ανήλικος οδηγός ευθυνόταν, να καθορίσει το ύψος της αποζημίωσης και μετά να μεταφέρει το βάρος στην ασφαλισμένη.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί βάζει όριο στην πρακτική των εξωδικαστικών διευθετήσεων όταν αυτές γίνονται χωρίς συναίνεση του ασφαλισμένου και όταν η ασφαλιστική σκοπεύει στη συνέχεια να στραφεί εναντίον του. Το Δικαστήριο ουσιαστικά υπενθύμισε ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως ερευνητής, κριτής και εισπράκτορας.
Απαραίτητη η δικαστική
Ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία της απόφασης αφορά την ανάγκη δικαστικής κρίσης. Το Εφετείο σημείωσε ότι, ειδικά υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, υπήρχε ανάγκη να κριθούν δικαστικά όχι μόνο η ευθύνη για το ατύχημα, αλλά και οι σωματικές βλάβες του τρίτου προσώπου, καθώς και οι συνθήκες υπό τις οποίες ο ανήλικος πήρε και οδήγησε τη μοτοσυκλέτα.
Η ασφαλιστική είχε ήδη αποφασίσει μόνη της ότι ο Κ.Γ. έφερε την ευθύνη, ότι ο D.A. είχε υποστεί σωματικές βλάβες από το ατύχημα και ότι η ασφαλισμένη μητέρα του ανήλικου οδηγού, ήταν υπόλογη για την αποζημίωση. Όμως αυτά ήταν ακριβώς τα ζητήματα που αμφισβητούνταν.
Το Εφετείο έκρινε ότι τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν σε άλλη διαδικασία, όπου θα ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και θα υπήρχαν οι εγγυήσεις δίκαιης δίκης. Δεν μπορούσαν όμως να ανοίξουν παρεμπιπτόντως σε μια αγωγή με την οποία η ασφαλιστική ζητούσε απλώς να ανακτήσει ποσό που είχε ήδη πληρώσει.
Γι’ αυτό το Εφετείο απέρριψε και τους λόγους έφεσης που αφορούσαν την ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει μαρτυρία για τις σωματικές βλάβες του D.A. Τέτοια μαρτυρία, κατά το Εφετείο, θα απομάκρυνε την υπόθεση από τα πραγματικά επίδικα θέματα.
Απόρριψη της έφεσης
Η ERB Asfalistiki Limited προέβαλε συνολικά εννέα λόγους έφεσης. Αμφισβήτησε την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την ερμηνεία των ασφαλιστικών όρων, την εφαρμογή του νόμου, καθώς και τις ενδιάμεσες αποφάσεις για τη μαρτυρία που δεν επετράπη να ακουστεί.
Το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης. Έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε σφάλει ούτε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε στην ερμηνεία των όρων ούτε στην προσέγγιση του νόμου.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη θέση της ασφαλιστικής ότι ο Κ.Γ. είχε παραδεχθεί ενοχή στην ποινική υπόθεση. Το Εφετείο σημείωσε ότι αυτή η θέση ήταν αντίθετη με τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία, αφού ο Κ.Γ. δεν είχε παραδεχθεί ενοχή, αν και τελικά καταδικάστηκε.
Ως αποτέλεσμα, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της.
Η απόφαση εκδόθηκε ομόφωνα από το Εφετείο, με σύνθεση τους Δικαστές τους Σταύρο Ν. Σταύρου, Α. Κονή και Μ. Παπαδοπούλου. Για την ERB Asfalistiki Limited εμφανίστηκε η Έλενα Ανδρέου, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και για την ασφαλισμένη, εμφανίστηκε η Μαρία Χατζηκωνσταντή, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε.
Η απόφαση δεν αφορά μόνο μια διαφορά €18.521, καθώς θέτει ένα πρακτικό όριο στη σχέση ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλισμένου. Όταν ο ασφαλισμένος διαφωνεί με την ευθύνη και δεν συναινεί σε εξώδικο διακανονισμό, η ασφαλιστική δεν μπορεί να κλείνει μόνη της την υπόθεση και μετά να του στέλνει τον λογαριασμό.
Πηγή: cyprustimes.com





