Γράφει η Μυρτώ Χαμπάκη, Managing Partner, Experto Crede Consulting E.E
Τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε η EIOPA σχετικά με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε ασφαλιστικούς διανομείς στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο προσφέρουν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα για το πώς εφαρμόζεται στην πράξη η Insurance Distribution Directive (IDD).
Αν και τα δεδομένα κυρώσεων δεν μπορούν από μόνα τους να αποτυπώσουν πλήρως το επίπεδο συμμόρφωσης μιας αγοράς ή την αποτελεσματικότητα της εποπτείας, παρέχουν σημαντικές ενδείξεις για:
- τις προτεραιότητες των εποπτικών αρχών,
- τα σημεία όπου παρατηρείται μεγαλύτερος κανονιστικός κίνδυνος,
- και τις τάσεις που διαμορφώνονται στην ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά.
Για τους επαγγελματίες της κανονιστικής συμμόρφωσης και για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, τα στοιχεία αυτά αποτελούν μια χρήσιμη υπενθύμιση ότι οι προσδοκίες των εποπτικών αρχών γύρω από τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων συνεχίζουν να εξελίσσονται.
Από την εφαρμογή της IDD το 2018, οι εθνικές εποπτικές αρχές υποχρεούνται να ενημερώνουν την EIOPA για τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν σε ασφαλιστικούς διανομείς όταν διαπιστώνεται παραβίαση των σχετικών διατάξεων.
Οι κυρώσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν:
- δημόσιες ανακοινώσεις που κατονομάζουν την εταιρεία ή το φυσικό πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση,
- εντολές παύσης συγκεκριμένων πρακτικών,
- ανάκληση της άδειας ή της εγγραφής του διανομέα,
- προσωρινή απαγόρευση άσκησης διοικητικών καθηκόντων,
- διοικητικά χρηματικά πρόστιμα,
- καθώς και άλλα διοικητικά μέτρα που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.
Οι κυρώσεις αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο αποτροπής παραβάσεων, αλλά αποτελούν μόνο ένα μέρος της ευρύτερης εποπτικής εργαλειοθήκης των αρχών.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της EIOPA, το 2024 επιβλήθηκαν συνολικά 1.656 κυρώσεις, ενώ το συνολικό ύψος των διοικητικών προστίμων ανήλθε σε 1.576.967 ευρώ, το υψηλότερο ποσό από την έναρξη εφαρμογής της IDD.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ανάκληση της άδειας ή της εγγραφής ενός διανομέα αντιπροσώπευε περίπου το 51% όλων των κυρώσεων που επιβλήθηκαν το 2024.
Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι οι εποπτικές αρχές επικεντρώνουν ιδιαίτερα την προσοχή τους σε ορισμένα κρίσιμα πεδία.
Πρώτον, σημαντικός αριθμός κυρώσεων αφορά παραβάσεις των επαγγελματικών και οργανωτικών απαιτήσεων που επιβάλλει η IDD. Οι απαιτήσεις αυτές σχετίζονται με τη λειτουργία των εταιρειών, τη δομή των εσωτερικών διαδικασιών και την επαγγελματική επάρκεια των διαμεσολαβητών.
Δεύτερον, οι εποπτικές αρχές δίνουν αυξανόμενη σημασία στους κανόνες Product Oversight and Governance (POG). Αν και ο αριθμός των κυρώσεων σε αυτή την κατηγορία δεν είναι πάντα ο μεγαλύτερος, το οικονομικό ύψος των προστίμων είναι συχνά υψηλότερο, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδουν οι αρχές στη σωστή διακυβέρνηση των ασφαλιστικών προϊόντων.
Τρίτον, οι κανόνες που αφορούν τη συμπεριφορά προς τον πελάτη εξακολουθούν να αποτελούν βασικό σημείο εποπτικού ελέγχου. Πολλές κυρώσεις σχετίζονται με την παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της IDD ότι οι ασφαλιστικοί διανομείς οφείλουν να ενεργούν με ειλικρίνεια, δικαιοσύνη και επαγγελματισμό προς το συμφέρον του πελάτη.
Η αρχή αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής προσέγγισης για την προστασία των καταναλωτών στον χρηματοοικονομικό τομέα.
Το 2024 επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει της IDD σε 24 κράτη-μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ενώ σε έξι χώρες — Ισλανδία, Λουξεμβούργο, Λιθουανία, Σλοβακία, Ισπανία και Σουηδία — δεν καταγράφηκαν κυρώσεις για το συγκεκριμένο έτος.
Χρηματικά πρόστιμα επιβλήθηκαν σε έντεκα χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα και η Κύπρος.
Το συνολικό ύψος των προστίμων σε κάθε χώρα κυμάνθηκε μεταξύ 10.000 ευρώ και 516.000 ευρώ.
Ωστόσο, η σύγκριση μεταξύ κρατών πρέπει να γίνεται με προσοχή. Οι διαφορές στον αριθμό των κυρώσεων συχνά αντανακλούν διαφορετικές εποπτικές πρακτικές, διαδικασίες και νομικά πλαίσια, και όχι απαραίτητα διαφορετικά επίπεδα συμμόρφωσης στην αγορά.
Τα δεδομένα της EIOPA έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τις αγορές της Ελλάδας και της Κύπρου, όπου επίσης επιβλήθηκαν διοικητικά πρόστιμα στο πλαίσιο της IDD.
Στην Ελλάδα, η εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ το κανονιστικό πλαίσιο της οδηγίας έχει ενσωματωθεί κυρίως μέσω του Νόμου 4583/2018, ο οποίος καθορίζει τις απαιτήσεις λειτουργίας των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των πελατών και τα πρότυπα επαγγελματικής συμπεριφοράς.
Στην Κύπρο, η εποπτεία της ασφαλιστικής διανομής ασκείται από την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών, η οποία παρακολουθεί την εφαρμογή της IDD στο κυπριακό δίκαιο.
Η παρουσία κυρώσεων και στις δύο χώρες αντικατοπτρίζει τη σταδιακή ενίσχυση της εποπτικής δραστηριότητας και την ευθυγράμμιση των εθνικών αγορών με τα ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης και προστασίας των ασφαλισμένων.
Για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους διαμεσολαβητές που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά, τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ορισμένα σημαντικά συμπεράσματα.
Πρώτον, η συμμόρφωση με την IDD δεν αποτελεί πλέον απλώς μια τυπική κανονιστική υποχρέωση. Οι εποπτικές αρχές εξετάζουν πλέον ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν τις αρχές της οδηγίας στην καθημερινή τους λειτουργία.
Δεύτερον, η διακυβέρνηση προϊόντων εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους τομείς εποπτικής προσοχής. Οι επιχειρήσεις καλούνται να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς διαδικασίες για τον καθορισμό της αγοράς-στόχου, την αξιολόγηση της αξίας των προϊόντων και την παρακολούθηση της απόδοσής τους.
Τρίτον, η κουλτούρα συμμόρφωσης και η σωστή διαχείριση του conduct risk αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία της εταιρικής διακυβέρνησης στον ασφαλιστικό κλάδο.
Η εφαρμογή της Insurance Distribution Directive δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά κινείται προς ένα μοντέλο εποπτείας που βασίζεται όλο και περισσότερο:
- στη διακυβέρνηση,
- στη διαφάνεια,
- και στην προστασία του πελάτη.
Για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους διαμεσολαβητές, η επένδυση σε ισχυρές δομές κανονιστικής συμμόρφωσης, σε αποτελεσματικά συστήματα διακυβέρνησης και σε μια πραγματικά πελατοκεντρική προσέγγιση δεν αποτελεί πλέον μόνο κανονιστική απαίτηση. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη συμμετοχή τους στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά.





