Η έρευνα «Allianz 3AM Report 2025 – What Keeps Us All Awake at Night», που πραγματοποιήθηκε από τον Όμιλο Allianz σε οκτώ χώρες με δείγμα 8.000 ατόμων, αποκαλύπτει σημαντικές τάσεις στις ανησυχίες των καταναλωτών, οι οποίες είναι κρίσιμες για την ασφαλιστική αγορά και τους επαγγελματίες της διαμεσολάβησης.
Κύρια ευρήματα
-
Παγκοσμίως, η υγεία αποτελεί την κορυφαία ανησυχία (49 % των ερωτηθέντων).
-
Η οικονομική κατάσταση/προσωπικά οικονομικά ακολουθεί (45 %).
-
Η ασφάλεια (35 %), ειδικότερα η ασφάλεια εκτός οικίας, η ψηφιακή ασφάλεια (cybersecurity) και η προστασία δεδομένων, αναδεικνύεται ως τρίτη κρίσιμη διάσταση.
-
Παρά τις κοινές τάσεις, υπάρχουν προφανείς διαφοροποιήσεις ανά χώρα και γενιά: για παράδειγμα, η Τουρκία εμφανίζει την αβεβαιότητα για το μέλλον ως πρώτη ανησυχία, ενώ η Αυστραλία ανησυχεί ιδιαίτερα για τη διαθεσιμότητα προσιτής κατοικίας.
-
Γενετικά, οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες (Baby Boomers, Gen X) επικεντρώνονται περισσότερο στην υγεία και ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, ενώ οι νεότερες (Millennials, Gen Z) επικεντρώνονται περισσότερο σε οικονομικά, καριέρα, τεχνολογική αλλαγή και ψυχική υγεία.
Τι σημαίνουν αυτά για την ασφαλιστική αγορά
-
Ανάγκη για διαμορφωμένες λύσεις υγείας – προστασίας ζωής
Δεδομένου ότι η υγεία προβάλλει ως κορυφαίο άγχος, η ασφαλιστική διαμεσολάβηση οφείλει να ενισχύσει τη θέση της σε καλύψεις υγείας και πρόληψης (π.χ. τηλεϊατρική, βιωματικά προγράμματα). Η διαφοροποίηση μέσα από προϊόντα που καλύπτουν όχι μόνο την ασθένεια αλλά και τη ψυχική υγεία μπορεί να αποτελέσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. -
Χρηματοοικονομική ασφάλεια και σχεδιασμός ζωής
Η ανησυχία για τα προσωπικά οικονομικά συνδέεται άμεσα με ανάγκες αποταμίευσης, σύνταξης, προστασίας εισοδήματος. Οι επαγγελματίες του κλάδου πρέπει να μεταφέρουν το μήνυμα ότι η ασφάλιση δεν είναι μόνο «κατασταλτικό» προϊόν (δράση μετά το συμβάν), αλλά και «προληπτικό» εργαλείο διαχείρισης του μέλλοντος. -
Ασφάλεια και ψηφιακή εμπιστοσύνη
Η άνοδος της ανησυχίας για ασφάλεια – κυρίως σε επίπεδο ψηφιακό, αλλά και φυσικό – δείχνει ότι απαιτούνται καλύψεις που ενσωματώνουν νέες μορφές κινδύνων (cyber, προσωπικά δεδομένα), καθώς και εκπαίδευση του τελικού πελάτη. Η διαμεσολάβηση μπορεί να λειτουργήσει ως «σύμβουλος ασφάλειας» πέρα από το απλό προϊόν. -
Διαφοροποίηση ανά γενιά
Οι νεότερες γενιές ενδιαφέρονται περισσότερο για θέματα όπως καριέρα, ψυχική υγεία, τεχνολογία, ενώ οι μεγαλύτερες για παραδοσιακούς κινδύνους. Η στρατηγική επικοινωνίας και προσέγγισης πελατών πρέπει να προσαρμόζεται — οι διαμεσολαβητές πρέπει να έχουν «γενετικό πνεύμα» στο mindset του πελάτη.
Επιπτώσεις και προτάσεις για μεσάζοντες & εταιρείες
-
Εκπαίδευση και προϊόντα με έμφαση στην πρόληψη: Η υγειονομική κάλυψη μπορεί να επεκταθεί με παροχές όπως check-ups, ψυχική υγεία, προγράμματα ευεξίας — αυτό αυξάνει τη δέσμευση του πελάτη και διαφοροποιεί την προσφορά.
-
Στρατηγικός σχεδιασμός πωλήσεων και marketing: Η προσέγγιση των πελατών πρέπει να βασίζεται στα «τί τους κρατά ξύπνιους» — και όχι μόνο στα «τι μπορούν να χάσουν». Χρησιμοποιώντας τις ανησυχίες αυτές ως είσοδο για συζήτηση, δημιουργείται ισχυρότερη σχέση εμπιστοσύνης.
-
Ψηφιακή αναβάθμιση: Καθώς η ασφάλεια και η τεχνολογία εμφανίζονται ως σημαντικές ανησυχίες, η ψηφιακή παρουσία – portal, apps, online εξυπηρέτηση – αποτελούν αναγκαίο στοιχείο ανταγωνιστικότητας.
-
Προσαρμογή στα χαρακτηριστικά πελατειακών ομάδων: Για παράδειγμα, στους Millennials/Gen Z δίνουμε έμφαση σε συγκροτήματα όπως «ασφάλεια καριέρας», «ψυχική υγεία», «ψηφιακή προστασία». Για Baby Boomers, «προστασία υγείας», «ασφάλεια εισοδήματος», «κληρονομικότητα».
-
Αξιοποίηση της έρευνας για στρατηγικά μηνύματα εταιρειών/λιανεμπόρων: Τα αποτελέσματα της έρευνας χρησιμοποιούνται ως εργαλείο κατανόησης πελατών και ενισχύουν την επαγγελματική πρόταση της διαμεσολάβησης.
Συμπεράσματα
Η έρευνα 3AM της Allianz δείχνει με σαφήνεια ότι οι παραδοσιακοί κίνδυνοι συνασφάλειας (π.χ. αυτοκίνητο, κατοικία) δεν είναι οι πρώτες ανησυχίες των καταναλωτών σήμερα. Η υγεία, η οικονομική σταθερότητα και η ασφάλεια στην ευρύτερη έννοια της (φυσική, ψηφιακή) είναι οι τομείς που «κρατούν ξύπνιους» πελάτες σε παγκόσμιο επίπεδο. Κατά συνέπεια, ο ασφαλιστικός κλάδος – και ειδικά οι διαμεσολαβούντες – καλούνται να επανατοποθετηθούν: όχι απλά ως πωλητές ασφαλιστικών προϊόντων, αλλά ως συμβουλευτικοί εταίροι που κατανοούν τις ανησυχίες των πελατών και δημιουργούν λύσεις που απαντούν σε αυτές.
Για την Ελλάδα, ενώ η έρευνα δεν δημοσιοποιεί αναλυτικά στοιχεία χώρας (στη διαθέσιμη περίληψη) ενδέχεται να ισχύουν παρόμοιες τάσεις. Οι ελληνικές εταιρείες και διαμεσολαβητές πρέπει να αξιοποιήσουν αυτή τη «γλώσσα ανησυχίας» υπέρ τους: να εισάγουν στο διάλογο τους πελάτες με βάση «Τι σας απασχολεί;», και όχι «Τι σας προσφέρουμε;».
Με τον τρόπο αυτό, η ασφαλιστική αγορά μπορεί να γίνει πιο σχετική με τη σύγχρονη καθημερινότητα του πολίτη, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη του, και τελικά να προσαρμόσει τη στρατηγική της στις πραγματικές προτεραιότητες των καταναλωτών.



