Η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται με ταχύτητα από περιβαλλοντική πρόκληση σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες χρηματοοικονομικού κινδύνου για την ασφαλιστική βιομηχανία. Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές, πλημμύρες, καταιγίδες και περίοδοι ακραίας ζέστης αυξάνουν τόσο τη συχνότητα όσο και τη σοβαρότητα των ζημιών, υποχρεώνοντας ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες να επανεξετάζουν την τιμολόγηση, τα όρια κάλυψης και τη γεωγραφική κατανομή των χαρτοφυλακίων τους.
Οι πρόσφατες πυρκαγιές στην Ευρώπη ανέδειξαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το πρόβλημα. Περιοχές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν σχετικά ασφαλείς βρίσκονται πλέον εκτεθειμένες σε καταστροφικά φαινόμενα, ενώ οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν την αποκατάσταση υποδομών, την προσωρινή στέγαση πολιτών, την αναδάσωση και τη στήριξη επιχειρήσεων που διακόπτουν τη λειτουργία τους. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα προκάλεσαν οικονομικές απώλειες άνω των 200 δισ. ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση την περίοδο 2021-2024, γεγονός που καταδεικνύει ότι το κόστος δεν περιορίζεται στις ασφαλιστικές αποζημιώσεις, αλλά διαχέεται στο σύνολο της οικονομίας.
Η πίεση στην τιμολόγηση και την αντασφάλιση
Για τις ασφαλιστικές εταιρείες, η πρώτη άμεση συνέπεια είναι η αύξηση του κόστους των απαιτήσεων. Καθώς οι ζημιές συσσωρεύονται, τα ιστορικά δεδομένα παύουν να αποτελούν επαρκή βάση για την αποτίμηση του κινδύνου. Τα μοντέλα χρειάζονται συχνότερη αναθεώρηση, με μεγαλύτερη έμφαση σε τοπικά χαρακτηριστικά, όπως η πυκνότητα δόμησης, η εγγύτητα σε δασικές εκτάσεις, τα αντιπλημμυρικά έργα και η ανθεκτικότητα των κατασκευών.
Η πίεση μεταφέρεται και στην αντασφάλιση. Οι αντασφαλιστές περιορίζουν την έκθεσή τους σε περιοχές υψηλού κινδύνου, αυξάνουν τις τιμές ή απαιτούν υψηλότερα επίπεδα ιδίας κράτησης από τις πρωτασφαλιστικές εταιρείες. Αυτό σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος μιας καταστροφικής ζημιάς παραμένει στους ισολογισμούς των ασφαλιστών, επηρεάζοντας την κεφαλαιακή τους διαχείριση και τη δυνατότητα ανάληψης νέων κινδύνων.
Τα διεθνή στοιχεία επιβεβαιώνουν τη μακροχρόνια τάση. Σύμφωνα με τη Swiss Re, οι παγκόσμιες ασφαλισμένες ζημιές από φυσικές καταστροφές αυξάνονται σε πραγματικούς όρους κατά 5% έως 7% ετησίως, ενώ το 2025 ξεπέρασαν για έκτη συνεχόμενη χρονιά τα 100 δισ. δολάρια. Οι πυρκαγιές, οι έντονες καταιγίδες και οι πλημμύρες αποτελούν πλέον βασικές πηγές ζημιών, ακόμη και σε χρονιές χωρίς έναν εξαιρετικά καταστροφικό τυφώνα ή σεισμό.
Ο κίνδυνος των «μη ασφαλίσιμων» περιοχών
Η διαρκής αύξηση των ασφαλίστρων δημιουργεί έναν δεύτερο, εξίσου σοβαρό κίνδυνο: την υποχώρηση της ασφαλιστικής κάλυψης. Σε ορισμένες περιοχές, η ασφάλιση κατοικιών και επιχειρήσεων γίνεται ιδιαίτερα ακριβή, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις οι εταιρείες μπορεί να περιορίσουν ή να διακόψουν την προσφορά κάλυψης. Έτσι δημιουργούνται ζώνες στις οποίες η ιδιωτική ασφάλιση καθίσταται οικονομικά απρόσιτη ή πρακτικά μη διαθέσιμη.
Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση του κενού προστασίας, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ των συνολικών οικονομικών απωλειών και του ποσού που καλύπτεται ασφαλιστικά. Η EIOPA επισημαίνει ότι μόλις περίπου το 25% των ζημιών από φυσικές καταστροφές στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καλυφθεί ασφαλιστικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Για την Ελλάδα, το κενό εμφανίζεται ιδιαίτερα υψηλό, κυρίως στους κινδύνους σεισμού και δασικής πυρκαγιάς.
Όταν η ιδιωτική κάλυψη υποχωρεί, το βάρος μεταφέρεται στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις και τελικά στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Οι δημόσιες αποζημιώσεις μετά από μια καταστροφή μπορεί να είναι αναγκαίες, όμως δεν αποτελούν σταθερό μηχανισμό χρηματοδότησης του κινδύνου και συχνά επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος.
Πρόληψη και νέοι μηχανισμοί προστασίας
Η συζήτηση στην Ευρώπη στρέφεται πλέον σε δημόσιες-ιδιωτικές λύσεις. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η EIOPA έχουν προτείνει τη δημιουργία ευρωπαϊκού μηχανισμού αντασφάλισης και κοινού ταμείου για μεγάλες φυσικές καταστροφές, ώστε ο κίνδυνος να επιμερίζεται ευρύτερα και να περιορίζεται η πίεση σε μεμονωμένες χώρες ή εταιρείες.
Παράλληλα, ο ασφαλιστικός κλάδος ζητά μεγαλύτερες επενδύσεις στην πρόληψη: αυστηρότερους πολεοδομικούς κανόνες, αποφυγή νέας δόμησης σε ζώνες υψηλού κινδύνου, αντιπλημμυρικά έργα, καλύτερη διαχείριση δασών και οικονομικά κίνητρα για ανθεκτικότερες κατασκευές. Η ασφάλιση μπορεί να απορροφά και να κατανέμει τις οικονομικές συνέπειες μιας καταστροφής, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την προσαρμογή.
Χωρίς ουσιαστικά μέτρα μείωσης του κινδύνου, οι αυξήσεις ασφαλίστρων, οι περιορισμοί κάλυψης και το κενό προστασίας θα συνεχίσουν να διευρύνονται. Το ζητούμενο πλέον είναι ένα ασφαλιστικό μοντέλο που θα συνδέει ακριβέστερη τιμολόγηση, πρόληψη και δημόσια στήριξη, διατηρώντας την κάλυψη διαθέσιμη και οικονομικά βιώσιμη για όλους μακροπρόθεσμα.



