Ένα ηχηρό μήνυμα προς τις τράπεζες και τις πρακτικές διάθεσης ασφαλιστικών προϊόντων έστειλε η γαλλική εποπτική αρχή Autorité de Contrôle Prudentiel et de Résolution (ACPR), επιβάλλοντας στη Société Générale επίπληξη και χρηματικό πρόστιμο ύψους 20 εκατ. ευρώ.
Η απόφαση, που δημοσιοποιήθηκε στις 13 Μαΐου, αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο η τράπεζα διέθετε ένα ασφαλιστικό προϊόν μέσω του τραπεζικού πακέτου υπηρεσιών Sobrio, σε συνεργασία με τη θυγατρική ασφαλιστική της, Sogessur.
Σύμφωνα με την εποπτική αρχή, η υπόθεση δεν περιορίζεται σε τυπικές παραβάσεις ή διαδικαστικά ζητήματα. Αντιθέτως, η ACPR φέρεται να εστίασε σε κάτι βαθύτερο: στο κατά πόσο η τράπεζα έθεσε πραγματικά το συμφέρον του πελάτη στο επίκεντρο ή αν προώθησε προϊόντα με τρόπο που εξυπηρετούσε πρωτίστως εμπορικούς στόχους.
Τι ενόχλησε την εποπτική αρχή
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε το συλλογικό ασφαλιστήριο MAQ, το οποίο ήταν ενσωματωμένο στο τραπεζικό πακέτο Sobrio και παρείχε καλύψεις όπως:
- απώλειες από δόλια χρήση μέσων πληρωμής,
- κλοπή μετρητών,
- απώλεια ή κλοπή κλειδιών και προσωπικών εγγράφων,
- δόλιες τηλεφωνικές χρεώσεις,
- επέκταση εγγύησης ηλεκτρονικών συσκευών.
Η ACPR έκρινε πως οι υποχρεώσεις ενημέρωσης και παροχής συμβουλής προς τον πελάτη ισχύουν ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του προϊόντος ή του αν αυτό πωλείται ως μέρος ενός “πακέτου” τραπεζικών υπηρεσιών.
Με απλά λόγια, το γεγονός ότι ένα ασφαλιστικό προϊόν προσφέρεται μέσα σε τραπεζικό bundle δεν απαλλάσσει τον διανομέα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι ο πελάτης έλαβε σαφή ενημέρωση, ότι κατανοούσε τι αγοράζει και ότι το προϊόν ανταποκρινόταν στις πραγματικές του ανάγκες.
Ένα ισχυρό μήνυμα για το bancassurance
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έρχεται σε μια περίοδο όπου το bancassurance ενισχύεται σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές, με τις τράπεζες να αυξάνουν συνεχώς τη συμμετοχή τους στη διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων.
Το πρόστιμο των €20 εκατ. ερμηνεύεται από αρκετούς αναλυτές ως ένα ισχυρό μήνυμα των εποπτικών αρχών προς την αγορά: η πώληση ασφαλιστικών προϊόντων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια «αυτόματη» ή συμπληρωματική υπηρεσία στο τραπεζικό πακέτο, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση αναγκών και επαρκή ενημέρωση του πελάτη.
Η λογική του “one size fits all” φαίνεται ότι πλέον βρίσκεται όλο και περισσότερο στο μικροσκόπιο των εποπτικών αρχών.





