Η Κίνα φαίνεται μέχρι στιγμής να αποφεύγει ένα άμεσο σοκ στην εφοδιαστική της αλυσίδα από τις συνεχιζόμενες εντάσεις στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Coface. Ωστόσο, η αύξηση του ενεργειακού κόστους αρχίζει να δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στη βιομηχανική παραγωγή και στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την Coface, η Κίνα βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση σε σχέση με άλλες ασιατικές οικονομίες, καθώς το ενεργειακό της μίγμα εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον άνθρακα. Παρότι περίπου το 35% των εισαγωγών πετρελαίου της χώρας διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, ο άμεσος κίνδυνος φυσικών ελλείψεων θεωρείται σχετικά περιορισμένος.
Ένας ακόμη παράγοντας ανθεκτικότητας είναι τα μεγάλα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της Κίνας, τα οποία, σύμφωνα με την Coface, θα μπορούσαν να καλύψουν σχεδόν 100 ημέρες καθαρών εισαγωγών σε περίπτωση προσωρινής διατάραξης των θαλάσσιων οδών εφοδιασμού.
Η πίεση μεταφέρεται στα κόστη των επιχειρήσεων
Παρά τη σταθερότητα στις ροές εφοδιασμού, η Coface επισημαίνει ότι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και χημικών προϊόντων έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν την οικονομία. Τον Μάρτιο, οι τιμές παραγωγού στην Κίνα κατέγραψαν ετήσια αύξηση 0,5%, την πρώτη μετά από περισσότερα από τρία χρόνια, με την πετροχημική βιομηχανία να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αυτής της ανόδου.
Το μεγαλύτερο μέρος του πρόσθετου κόστους απορροφάται σήμερα από τις επιχειρήσεις που βρίσκονται χαμηλότερα στην εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς η καταναλωτική ζήτηση παραμένει αδύναμη. Παράλληλα, ο πληθωρισμός καταναλωτή παραμένει σχετικά συγκρατημένος, λόγω των ελέγχων στις τιμές καυσίμων, της αυξημένης χρήσης ηλεκτρικών οχημάτων και της κρατικής στήριξης προς τα διυλιστήρια.
Μικρότερες επιχειρήσεις, μεγαλύτερη ευαλωτότητα
Η Coface προειδοποιεί ότι οι αυξημένες λειτουργικές δαπάνες συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η κλωστοϋφαντουργία, τα χημικά και οι συνθετικές ίνες. Ήδη, ορισμένοι παραγωγοί έχουν μειώσει τα επίπεδα παραγωγής τους.
Οι μικρότερες επιχειρήσεις εκτιμάται ότι θα αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες, καθώς έχουν περιορισμένη δυνατότητα να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους πελάτες τους. Αντίθετα, οι μεγαλύτεροι όμιλοι εμφανίζονται πιο προστατευμένοι, χάρη στην ισχυρότερη χρηματοοικονομική τους θέση, τις οικονομίες κλίμακας και τις μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας.
Η Coface σημειώνει επίσης ότι η τρέχουσα συγκυρία ενδέχεται να ενισχύσει την ανταγωνιστική θέση της Κίνας έναντι άλλων ασιατικών οικονομιών, όπως η Ινδία και χώρες της ASEAN, οι οποίες είναι περισσότερο εκτεθειμένες στη μεταβλητότητα των τιμών ενέργειας. Παράλληλα, η κρίση φαίνεται να αυξάνει τη διεθνή ζήτηση για κινεζικές πράσινες τεχνολογίες, όπως ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες και φωτοβολταϊκά προϊόντα.
Ωστόσο, η Coface προειδοποιεί ότι μία παρατεταμένη σύγκρουση και μία διαρκής άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την εκτίμησή της, εάν οι τιμές ενέργειας διπλασιαστούν σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να μειωθεί κατά περισσότερο από 1% το 2026, επηρεάζοντας αρνητικά και τη ζήτηση για κινεζικές εξαγωγές.
Όπως σχολίασε ο Junyu Tan, Economist for North Asia στην Coface, η Κίνα καταφέρνει σήμερα να αποφύγει ένα μεγάλο σοκ προσφοράς χάρη στο ενεργειακό της μίγμα και το βιομηχανικό της οικοσύστημα. Ωστόσο, η παρατεταμένη αύξηση του κόστους δημιουργεί μια νέα ευαλωτότητα: την πίεση στα περιθώρια κέρδους, κυρίως για τις πιο εκτεθειμένες επιχειρήσεις και όσες δεν μπορούν εύκολα να μετακυλίσουν τις αυξήσεις τιμών.





