Παρασκευή, 17 Απριλίου 2026

Το νομοσχέδιο για τον κλιματικό νόμο πλήττει σοβαρά την ασφαλιστική αγορά

Δημοσίευση: 26/05/2022
Αλέξης Κώτσαλος, Founder «Naftilus Insurtech»
Αλέξης Κώτσαλος, Founder «Naftilus Insurtech»

Γράφει ο Αλέξης Κώτσαλος, Founder «Naftilus Insurtech»*

Πολλά έχουν ακουστεί από διάφορες πλευρές σχετικά με την ψήφιση του κλιματικού νόμου ως προς την διάταξη υποχρεωτικής ασφάλισης των κτιρίων. Μάλιστα είχε προηγηθεί και σχετική διαβούλευση ώστε κάθε ενδιαφερόμενος είτε ιδιώτης είτε φορέας να εκφράσει την άποψή του. Η ΕΑΕΕ κατέθεσε τις απόψεις και προτάσεις της προς το αρμόδιο Υπουργείο, ενώ υπήρξε παρέμβαση του προέδρου της ΕΑΕΕ στη κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου με την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής.

Η ΕΑΕΕ διατύπωσε την θέση ότι “το νομοσχέδιο κινείται προς της σωστή κατεύθυνση καθώς για πρώτη φορά εισάγεται η έννοια της υποχρεωτικότητας. Έχει όμως κάποια πολύ σοβαρά αδύναμα σημεία” τα οποία εντόπισε σε τεχνικοασφαλιστικά θέματα και διορθώσεις που πρέπει να γίνουν.

Προσωπικά πιστεύω ότι το πρόσφατο νομοσχέδιο όχι μόνο κινείται σε εντελώς λάθος κατεύθυνση αλλά και πλήττει σοβαρά την ασφαλιστική αγορά. Είναι ένα γύρισμα του μαχαιριού στην πληγή της ασφαλιστικού θεσμού που αιμορραγεί στην Ελλάδα τόσα χρόνια για να πονέσει ακόμη πιο πολύ και θα εξηγήσω στη συνέχεια τι εννοώ.

Να πάρουμε λίγο τα πράγματα με μια σειρά για αυτούς που δεν έχουν ενημερωθεί για το Άρθρο 23 του πρόσφατου νομοσχεδίου.

Το πρόσφατο νομοσχέδιο για τον κλιματικό νόμο ως προς την διαχείριση των καταστροφικών κινδύνων έχει την εξής διατύπωση

«Από το 2025, τα νέα κτίρια που βρίσκονται σε ζώνες υψηλής τρωτότητας υπό την έννοια της παρ. 2 ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Η ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση του κτιρίου.

  1. Ως ζώνες υψηλής τρωτότητας θεωρούνται οι περιοχές που βρίσκονται:
    α) Σε ζώνες δυνητικά υψηλού κινδύνου πλημμύρας όπως αποτυπώνοται στους χάρτες επικινδυνότητας πλημμύρας της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 5 της υπό στοιχεία 31822/1542/Ε103/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Προστασίας του Πολίτη (Β’ 1108) και εμπίπτουν στο σενάριο πλημμύρας υψηλής πιθανότητας,
    β) πλησίον δασικών περιοχών που χαρακτηρίζονται από υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς. Οι περιοχές αυτές καθορίζονται με απόφαση του οικείου Γενικού Διευθυντή Δασών, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της δασικής βλάστησης, την πυκνότητά της, την απόσταση από τα κτίρια και τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής.»

 

Το νομοσχέδιο θέτει δηλαδή μια χαλαρή υποχρεωτικότητα ασφάλισης (ασφάλιση μόνο για σκοπούς ηλεκτροδότησης) σε νέα κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές που το κράτος δια των υπουργείων του θεωρεί επικίνδυνες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τεχνικοασφαλιστικά θέματα που έθιξε η ΕΑΕΕ π.χ. ως προς το ποιες είναι τελικά οι επικίνδυνες περιοχές (όλη η Ελλάδα είναι ευάλωτη σε διαφόρους κινδύνους όπως ο σεισμός), γιατί το νομοσχέδιο αντίκειται στην ασφαλιστική επιστήμη του διαμοιρασμού των κινδύνων, ή η υποχρεωτικότητα αφορά μόνο νέα κτίρια και όχι παλαιά που είναι και πιο ευάλωτα είναι παρατηρήσεις που είναι σωστές. Είναι σκέψεις που σαν underwriters έπρεπε να θίξουμε και καλώς πράξαμε. Ωστόσο δεν είμαστε μόνο αυτό. Δηλαδή εκτός από undewriters πρέπει να έχουμε ένα όραμα και ένα σχέδιο για την αγορά μας. Ένα όραμα που προσωπικά δεν είδα σε καμία διαβούλευση και σε καμία τοποθέτηση.

Χάθηκε έτσι μια ευκαιρία θεωρώ μέσα από αυτό το νομοσχέδιο να ασκηθούν πιέσεις σε κυβερνητικό επίπεδο για να προάγουμε και να περιφρουρήσουμε το θεσμό της ασφάλισης.

Και για να το πετύχουμε αυτό θα πρέπει να πάψουμε να σκεφτόμαστε σαν ασφαλιστές και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε σαν πελάτες.

Κανείς μέχρι σήμερα στον ασφαλιστικό χώρο δεν έθιξε ότι το θέμα της υποχρεωτικότητας της ασφάλισης δεν είναι απαραίτητα κάτι θετικό. Είμαστε σίγουροι ότι βοηθάει τον ασφαλιστικό θεσμό; Προσωπικά θεωρώ ότι η υποχρεωτικότητα στην ασφάλιση όταν μάλιστα μιλάμε για μια χώρα που η ασφαλιστική διείσδυση στις κατοικίες είναι τόσο χαμηλή και άρα και η αντιληπτή χρησιμότητα της ασφάλισης το ίδιο, πλήττει σοβαρά το θεσμό. Μπορεί μεσπρόθεσμα να δημιουργήσει μια μικρή πηγή ασφάλιστρων από την χαλαρή υποχρεωτικότητα, ωστόσο με μακροχρόνιο ορίζοντα αν δεν υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου θα οδηγήσει σε εντελώς αντίθετα αποτελέσματα.

Δηλαδή θα καταστήσει το ασφαλιστικό προϊόν αν δεν θεωρείται ήδη από πολλούς ακόμη πιο απεχθές, θα προκαλέσει δυσαρέσκεια και μάλιστα θα οδηγήσει σε μείωση των ασφαλίστρων. Γιατί εκτός από την ύπαρξη ασφάλισης υπάρχει και η υποχρέωση σωστής ασφάλισης που ποιος μπορεί να ελέγξει.

Η υποχρεωτικότητα όπως έχει τεθεί στο νομοσχέδιο εκπέμπει διάφορα μηνύματα προς το ασφαλιστικό κοινό τα οποία μάλιστα δόθηκαν με τις ευλογίες της ασφαλιστικής αγοράς. Αν είμασταν στην Αγγλία που η ασφαλιστική διείσδυση πλησιάζει στο 10% η υποχρεωτικότητα θα λειτουργούσε ως μια κίνηση ενός policy maker που γίνεται προκειμένου να προστατευθεί η περιουσία του. Υπάρχει εμπιστοσύνη στο θεσμό και κατανόηση της λειτοπυργίας του.

Στην Ελλάδα όμως ποιο είναι το μήνυμα;

Είμαστε σίγουροι ότι δεν θα αντιμετωπιστεί η ασφάλιση ως άλλο ένα χαράτσι που τίθεται για την ηλεκτροδότηση όπως είναι το πιστοποιητικό του ηλεκτρολόγου; Είναι κάτι που σαν κλάδος το θέλουμε; Θεωρώ πως όχι.

Τι γίνεται με αυτούς που διαθέτουν κατοικίες εκτός των εκ των υπουργείων χαρακτηρισμένων ως ευάλωτων περιοχών; Μήπως αυτοί δεν χρειάζεται να ασφαλιστούν γιατί στην πραγματικότητα δεν κινδυνεύουν;

Η ασφάλιση είναι ένα προϊόν που για να αγορασθεί από κάποιον χρειάζεται να ενεργοποιηθεί η αργή σκέψη κατά τον ( Σκέψη Αργή, Σκέψη Γρήγορη DANIEL KAHNEMAN). Χρειάζεται δηλαδή κάποιος να αφιερώσει ενέργεια και σκέψη προκειμένου να αποφασίσει για το εάν πρέπει να προβεί σε μια αγορά ενώ υπάρχουν αρκετές μεροληψίες οι οποίες ενεργοποιούνται σε κάθε απόφαση όπως έχουν αναλύσει οι συμπεριφορικοί οικονομολόγοι. Λείπει δηλαδή το impulse. Το πιο πιθανό σε μια αγορά χαμηλής ασφαλιστικής συνείδησης είναι κάποιος να πει ότι αφού για το κράτος δεν με κατατάσσει σε μια ευάλωτη περιοχή άρα δεν απειλούμαι και άρα δεν χρειάζεται να ασφαλιστώ.

Συνεπώς η πληγή για την ασφαλιστική αγορά είναι διπλή καθώς αυτοί που πρέπει να ασφαλιστούν δεν θα ασφαλίζονται μακροπρόθεσμα αλλά μόνο για την ηλεκτροδότηση και μάλιστα με δυσαρέσκεια αλλά και όσοι δεν είναι σε ευάλωτες περιοχές λαμβάνουν το λάθος μήνυμα από το κράτος ότι δεν διακινδυνεύουν. Είναι κάτι που σαν κλάδος το θέλουμε; Και τί γίνεται με άλλες ασφαλίσεις που δεν καθίστανται υποχρεωτικές όπως π.χ. η ασφάλιση ατυχήματος, cyber, αστικής ευθύνης; Μήπως δεν είναι πραγματικά απαραίτητες και για αυτό δεν είναι υποχρεωτικές; Είναι ερωτήματα που σε μια χώρα που οι πολίτες δεν διακρίνονται για την ασφαλιστικη τους συνείδηση και εκπαίδευση πρέπει να τεθούν. Και να έχει προπηγηθεί εκπαίδευση πριν από όποια απόφαση υποχρεωτικότητας.

Προσωπικά είμαι εναντίον κάθε υποχρεωτικότητας στην ασφάλιση εκτός αυτών που αφορούν δυσανάλογα υψηλές ζημιές σε τρίτους για την προστασία του κοινωνικού συνόλου π.χ. αστική ευθύνη οχημάτων, περιβαλλοντικών κινδύνων κτλ. Tα κίνητρα για την διάδοση της ασφάλισης πρέπει να χτίζονται από την αγορά μας αποκλειστικά και να στοχεύουν σε εσωτερική κινητροποίηση του ασφαλιστικού κοινού (intrinsic motivation).

Δηλαδή να δρουν με συγκεκριμένα nudges στο περιβάλλον της απόφασης ώστε ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος να λαμβάνει την απόφαση να ασφαλιστεί και να μην του επιβάλλεται από εξωτερικούς παράγοντες, πόσο μάλλον από το κράτος με όλες τις παθογένειές του.

Συνεπώς θεωρώ ότι η ανταπόκριση της ασφαλιστικής αγοράς στο πρόσφατο νομοσχέδιο εγκλωβίστηκε στα τεχνικοασφαλιστικά και δεν είχε την έκταση και το βάθος ώστε να γίνουν σωστές παρατηρήσεις και παρεμβάσεις σε μια μακροπρόθεσμη διάσταση των πραγμάτων για την προστασία του θεσμού.

Η διαπραγμάτευση με άλλα λόγια δεν ήταν πετυχημένη.

Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι εκτός από την ασφαλιστική αγορά ποιος άλλος θίγεται από ένα έλλειπες αλλά βολικό νομοσχέδιο?

Η κυβέρνηση ίσως θεωρεί ότι κέρδισε λόγω του ότι το νομοσχέδιο από τη μια δεν έλαβε ιδιαίτερα αρνητική υποδοχή από την ασφαλιστική αγορά που πίεζε χρόνια την κυβέρνηση να νομοθετήσει για τις φυσικές καταστροφές και που όπως δήλωσε δια των εκπροσώπων της, θεωρεί ότι κινείται σε σωστή κατεύθυνση και από την άλλη το ασφαλιστικό κοινό δεν θίγεται ιδιαίτερα καθώς από το 2025 (δηλαδή μετά τις εκλογές) θα υποχρεούται μαζί με τον ηλεκτρολόγο και το πιστοποιητικό του, να συνάπτει ένα ασφαλιστήριο το οποίο στη συνέχεια θα μπορεί προφανώς να ακυρώνει. Τι πολιτικό κόστος να περιλαμβάνει μια τέτοια ρύθμιση;

Στην πραγματικότητα είναι ένα νομοσχέδιο τραμπάλα που δημιουργεί μια μεγάλη τρύπα στο νερό που μετά τις εκλογές θα κλείσει και θα επανέλθει η εντροπία της προχειρότητας και της απορρύθμισης.

Ωστόσο θα ανακύπτουν πιεστικά θέματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όπως πιέσεις από το συνεχόμενα αυξανόμενο κόστος των φυσικών καταστροφών που επιβαρύνουν και απειλούν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, δηλαδή τα χρήματά μας. Γιατί το κράτος θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι έχει συνταγματικό δικαίωμα να αποζημιώνει. Ο όρος αποζημίωση χρησιμοποιείται στην ευρεία έννοιά του. Δεν έχει την έννοια που γνωρίζουμε εμείς οι ασφαλιστές.

Αναφέρεται στην προσπάθεια μετριασμού μιας απώλειας, στην παροχή αντισταθμίσματος εξισορροπητικού μιας ζημίας, στην επιβοήθηση του ζημιωθέντος- πληγέντος από φυσική καταστροφή, προκειμένου να επιτευχθεί το συντομότερο η επαναφορά του στην προηγούμενη κατάσταση.

Στη συγκυρία που μια καταστροφή λαμβάνει χώρα, το Κράτος με την ιδιότητα του προστατευτικού – εξασφαλιστικού κοινωνικού κράτους, υποχρεούται συνταγματικά να εξασφαλίζει τα απαραίτητα για την ανεμπόδιστη άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αποτελεί υποχρέωση η παροχή των αγαθών τα οποία είναι αναγκαία για την ανακούφιση των πληγών και την επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν και ένα από τα πρώτα που προκύπτουν μετά από φυσικές καταστροφές είναι εκείνο της στέγασης.

Στο αρ. 21 παρ. 4 του Συντάγματος, θεμελιώνεται το δικαίωμα στη στέγαση ως εξής: ” Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που τη στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς, αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους”. Αυτή η διάταξη αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή και το κυρίαρχο νομοθέτημα πάνω στο οποίο στηρίζεται όλη η νομοθετική μέριμνα που λαμβάνεται κάθε φορά που μια καταστροφή πραγματοποιείται. Για αυτό το λόγο μετά από μια καταστροφή παρέχεται συχνά προσωρινή στέγαση ενώ στη συνέχεια λαμβάνεται μέριμνα στο πλαίσιο της εξασφάλιση μόνιμης κατοικίας.

Συμπερασματικά το κράτος, ως κράτος δικαίου έχει την υποχρέωση αλλά και τη νομική ευθύνη να λειτουργεί προληπτικά των καταστροφών, να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα στα οποία συμπεριλαμβάνεται η ασφάλεια των ατόμων και των αγαθών, για αυτό και παρέχει αρωγή μετά από μια καταστροφή. Το δικαίωμα στη στέγαση αποτυπώνεται στη Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., η οποία ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας , προσδίδοντας νομική ισχύ στο δικαίωμα της κοινωνικής αρωγής και στεγαστικής βοήθειας σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Συμπερασματικά, για να μην γίνω κουραστικός θα ήθελα να επισημάνω ότι κατά την άποψή μου η σχετική ρύθμιση στο πρόσφατο νομοσχέδιο είναι επιζήμιο για την ασφαλιστική αγορά, δεν βοηθάει καθόλου τους ασφαλισμένους, αλλά και δεν λύνει κανένα πρόβλημα στο κράτος που δεν μπορεί να απεμπολήσει την υποχρέωση αρωγής. Και υποχρεωτική να γινόταν για όλες τι κατοικίες η ασφάλιση πάλι η ασφαλιστική αγορά θα έβγαινε ζημιωμένη. Υπάρχουν δύο τρόποι να μειώσει το κράτος το βάρος της αρωγής έναντι των φυσικών καταστροφών χωρίς να μπλέξει δασαρχεία «πλημμηροχάρτες» που μοιραία αλλάζουν ανάλογα με τις γεωλογικές μεταβολές (και ποιος θα παρακολουθεί), νέες και παλαιές κατοικίες ή διατάξεις.

Αυτοί οι δύο τρόποι μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά.

Ο πρώτος τρόπος είναι άμεσα να δώσει έκπτωση άμεση και ορατή στον ΕΝΦΙΑ σε κάθε ασφαλιστήριο κατοικίας που ούτως ή άλλως είναι φόρος χαράτσι πάνω στην ιδιοκτησία και άρα να καταστεί ανταποδοτικός και με αυτό τον τρόπο να ενεργοποιήσει εσωτερικά κίνητρα των ασφαλισμένων βοηθώντας τον ασφαλιστικό θεσμό και στα τεχνικοασφαλιστικά λόγω διομοιρασμού κινδύνων κτλ.

Ο δεύτερος τρόπος ο οποίος δεν είναι φανερός στους πολίτες είναι πάλι μέσω κεφαλαίων του ΕΝΦΙΑ σε συνεννοήσεις με μεγάλους αντασφαλιστικούς οργανισμούς και χρησιμοποιώντας μοντέλα καταστροφής εμπλέκοντας χρηματοπιστωτικά και ασφαλιστικά εργαλεία να δημιουργήσει ένα σύγχρονο pool διαχείρισης καταστροφικών κινδύνων.

Με ένα άρθρο 10 γραμμών δεν λύνεται ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό πρόβλημα. Από την προχειρότητα δημιουργούνται συνήθως πολλαπλάσια προβλήματα

*Ο Αλέξης Κώτσαλος είναι founder της startup εταιρίας «Naftilus Insurtech», η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

Ακολουθήστε το insuranceforum.gr στο Google News.

Διαβάστε Ακόμα

36th Thessaloniki Insurance Conference

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου

«Αντιμετωπίζοντας προκλήσεις – Δημιουργώντας ευκαιρίες»