Ο Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Eurolife FFH. (Αναδημοσίευση απο το BrokersTime)
Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, σε μια περίοδο όπου οι απαιτήσεις του συστήματος υγείας αυξάνονται και η πίεση στο δημόσιο σκέλος γίνεται εντονότερη.
Τα στοιχεία που προέρχονται από την ΕΑΕΕ και τον ΟΟΣΑ δείχνουν ότι περίπου το 20% των πολιτών στηρίζεται στην ιδιωτική ασφάλιση για την κάλυψη των αναγκών υγείας του. Η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί πλέον ως κρίσιμο «δίχτυ ασφαλείας» απέναντι στις καθυστερήσεις, τις ανεπάρκειες και τις αυξανόμενες ανάγκες που καλείται να διαχειριστεί το δημόσιο σύστημα υγείας. Παράλληλα, εθνικοί και διεθνείς οργανισμοί, όπως η ΕΛΣΤΑΤ, η Eurostat και ο ΠΟΥ, αποκαλύπτουν ότι ο βαθμός ιδιωτικής συμμετοχής στη συνολική δαπάνη υγείας παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, σταθεροποιούμενος γύρω στο 34% του συνόλου.
Το μέγεθος αυτό αποτυπώνει μια πραγματικότητα στην οποία ο Έλληνας πολίτης πληρώνει δυσανάλογα μεγάλο ποσό από την τσέπη του για ιατρικές πράξεις, νοσηλείες και φαρμακευτική περίθαλψη. Το 2023, η απευθείας ιδιωτική δαπάνη ξεπέρασε τα 6,5 δισ. ευρώ, ενώ η ιδιωτική ασφάλιση εξακολουθεί να καλύπτει λιγότερο από 5% του συνολικού κόστους, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ευρύτερης ανάπτυξης του θεσμού και διεύρυνσης της πρόσβασης των πολιτών σε οργανωμένες λύσεις κάλυψης.
Παρά το πλήθος παρεμβάσεων που σημειώνονται στον χώρο της –δημόσιας κυρίως– υγείας, οι εξελίξεις που επηρεάζουν τον ασφαλιστικό κλάδο παραμένουν σύνθετες και συχνά αντιφατικές. Στο θετικό σκέλος εντάσσεται με σαφήνεια η απαλλαγή από τον φόρο ασφαλίστρων στην Υγεία για παιδιά έως 18 ετών, η οποία ξεκίνησε να εφαρμόζεται από το 2024. Πρόκειται για μέτρο που ενισχύει την πρόσβαση των οικογενειών σε ιδιωτική ασφαλιστική κάλυψη, μειώνοντας το κόστος και λειτουργώντας ως κίνητρο για τη διατήρηση ή απόκτηση ασφαλιστηρίων υγείας. Είναι μια πολιτική προς τη σωστή κατεύθυνση, η οποία μπορεί και πρέπει να διευρυνθεί για όλες τις ηλικίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους ασφαλισμένους άνω των 60 ετών.
Στον αντίποδα, ωστόσο, της παραπάνω θετικής πολιτικής παρέμβασης, υπάρχουν ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα όχι μόνο τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης του κλάδου, αλλά και την καθημερινή λειτουργία του. Ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας βρίσκεται αντιμέτωπος με σημαντικές προκλήσεις που συνδέονται με τη σταθερά αυξανόμενη δαπάνη υγείας. Η αύξηση των δαπανών που αποζημιώνουν τα συστήματα υγείας διεθνώς σχετίζεται με τη δημογραφική γήρανση, τον αυξανόμενο επιπολασμό χρόνιων και σοβαρών παθήσεων από νεότερες ηλικίες, αλλά και τις νέες, υψηλού κόστους, μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας. Ωστόσο, στην Ελλάδα, η ταχεία άνοδος των νοσοκομειακών αποζημιώσεων επηρεάζεται επιπλέον από δομικές και λειτουργικές στρεβλώσεις που χαρακτηρίζουν την ιδιωτική αγορά υγείας. Η πορεία που καταγράφει η νοσοκομειακή δαπάνη στις ιδιωτικές δομές επηρεάζει άμεσα το κόστος της ασφάλισης υγείας.
Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, παρατηρείται έντονη στοχοποίηση της ασφαλιστικής αγοράς στον δημόσιο λόγο. Ορισμένοι θεσμικοί φορείς και οργανώσεις αποδίδουν μονομερώς τις αυξήσεις των ασφαλίστρων στον ασφαλιστικό κλάδο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο καθοριστικός ρόλος των παρόχων ιατρικών υπηρεσιών και των υπόλοιπων κρίκων που συνθέτουν το πραγματικό κόστος ενός ασφαλιστηρίου υγείας. Η αλυσίδα κόστους παραμένει στο απυρόβλητο, γεγονός που δημιουργεί στρεβλή εικόνα και αποτρέπει μια ουσιαστική συζήτηση για τους τρόπους συγκράτησης της συνολικής δαπάνης υγείας και, κατά συνέπεια, του ασφαλίστρου.
Παρά τις δυσκολίες, οι προοπτικές ζήτησης υπηρεσιών υγείας –και συνεπώς ασφαλιστικής κάλυψης– παραμένουν ανοδικές. Οι δημογραφικές και νοσολογικές εξελίξεις ενισχύουν την αναγκαιότητα οργανωμένων λύσεων κάλυψης, ενώ η συνεχιζόμενη πίεση στο δημόσιο σύστημα καθιστά την ιδιωτική ασφάλιση απαραίτητο συμπλήρωμα της δημόσιας φροντίδας. Οι προβλέψεις διεθνών φορέων για την Ελλάδα, όπως της Υπηρεσίας Διεθνούς Εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών (International Trade Administration), οι οποίες κάνουν λόγο για ετήσιο ρυθμό αύξησης 7,4% της ιδιωτικής δαπάνης υγείας έως το 2028, καταδεικνύουν ότι η ανάγκη για έναν ισορροπημένο και διαφανή σχεδιασμό πολιτικών είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται μια συνεκτική προσέγγιση που θα συνδυάζει την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου συστήματος με την οργανωμένη και θεσμικά θωρακισμένη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Ένα σημαντικό βήμα είναι η ενθάρρυνση της διείσδυσης της ιδιωτικής ασφάλισης στην ελληνική κοινωνία, μέσα από στοχευμένες πολιτικές, όπως η διεύρυνση της απαλλαγής από τον φόρο ασφαλίστρων για όλες τις ηλικίες –και ιδίως για τους άνω των 60–, καθώς και η επανεξέταση του υψηλού ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές νοσηλευτικές υπηρεσίες. Μια τέτοια παρέμβαση θα ελαφρύνει το κόστος της «πρώτης ύλης» της νοσοκομειακής κάλυψης και κατά συνέπεια το κόστος της ασφάλισης.
Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ παρόχων υγείας. Η ανάπτυξη αυτόνομων Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη –όπως ισχύει ήδη στην υπόλοιπη χώρα– μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κόστους, στην αύξηση των επιλογών και στη βελτίωση της πρόσβασης των πολιτών. Παράλληλα, μηχανισμοί που εφαρμόζει ήδη η Πολιτεία στη δημόσια δαπάνη, όπως τα GR-DRGs στο δημόσιο σύστημα και στις συμβάσεις του ΕΟΠΥΥ με ιδιωτικές κλινικές, καθώς και η λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Αξιολόγησης και Προμηθειών Υγείας («διαδόχου» του παλιού Παρατηρητηρίου Τιμών Υγείας), για τον έλεγχο τιμών προμηθειών, μπορούν, με ρεαλιστικές προσαρμογές, να ενισχύσουν την προβλεψιμότητα και τη διαφάνεια σε όλο το οικοσύστημα υγείας. Δεν πρόκειται για επιβολή ενιαίων κανόνων, αλλά για καθιέρωση κοινών αρχών, που θα βελτιώσουν τη συγκρισιμότητα και θα ενισχύσουν την τεκμηρίωση των τιμών.
Μέσα σε αυτήν τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, η ιδιωτική ασφάλιση υγείας δεν μπορεί να εξακολουθήσει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή προσωπική επιλογή, παράλληλη στον ΕΟΠΥΥ. Είναι ένας αναγκαίος μηχανισμός οικονομικής προστασίας και πρόσβασης σε υπηρεσίες ποιότητας δίπλα στον ΕΟΠΥΥ. Με σχέδιο, διαφάνεια και συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, μπορούμε να οικοδομήσουμε ένα σύστημα υγείας πιο δίκαιο, πιο λειτουργικό και περισσότερο προσαρμοσμένο στις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας.



