Αρθρο του Γιάννη Παπαγεωργίου, Senior Risk Consultant | Property Risk Engineer | Loss Prevention, Business Interruption, Insurability & Asset Resilience | Author
Υπάρχει ένας κίνδυνος που σπάνια εμφανίζεται σε risk registers, δεν αποτυπώνεται σε χάρτες κινδύνων και δεν συζητείται σχεδόν ποτέ στα διοικητικά συμβούλια. Είναι η πεποίθηση ότι η αγορά ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου ισοδυναμεί με αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων. Πρόκειται για μια αντίληψη που έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική επιχειρηματική πραγματικότητα και η οποία, παρά τις καλές προθέσεις όσων την υιοθετούν, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές στρεβλώσεις στον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται και διαχειρίζονται την έκθεσή τους σε κινδύνους.
Η ασφάλιση είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο οικονομικής προστασίας. Δεν ήταν όμως ποτέ σχεδιασμένη για να αντικαταστήσει τη διαχείριση κινδύνων. Ο ρόλος της είναι να απορροφά μέρος των οικονομικών συνεπειών ενός συμβάντος και όχι να αποτρέπει το ίδιο το συμβάν. Παρ’ όλα αυτά, σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται η σταδιακή μετατόπιση της προσοχής από την κατανόηση και τον έλεγχο των κινδύνων προς τη μεταφορά τους σε έναν ασφαλιστή. Όταν συμβαίνει αυτό, η ασφάλιση μετατρέπεται από εργαλείο ανθεκτικότητας σε υποκατάστατο της πρόληψης.
Η Ελληνική Κουλτούρα της Μεταφοράς του Κινδύνου
Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη σε μια αγορά όπως η ελληνική, όπου η διαχείριση κινδύνων εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από πολλές επιχειρήσεις ως μια λειτουργία δευτερεύουσας σημασίας. Σε μεγάλο μέρος της οικονομίας, η συζήτηση γύρω από την ασφάλιση εξακολουθεί να περιστρέφεται κυρίως γύρω από το κόστος του ασφαλίστρου, τα όρια κάλυψης και την αναζήτηση της πιο ανταγωνιστικής προσφοράς. Πολύ λιγότερος χρόνος αφιερώνεται στην εξέταση των αιτιών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια σοβαρή ζημιά ή στις ενέργειες που θα μπορούσαν να μειώσουν την πιθανότητα εμφάνισής της.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ασφάλιση συχνά αντιμετωπίζεται ως η βασική στρατηγική διαχείρισης κινδύνου. Η λογική αυτή δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Η επιχείρηση αισθάνεται προστατευμένη επειδή διαθέτει ασφαλιστήριο συμβόλαιο, χωρίς να έχει εξετάσει επαρκώς αν οι κρίσιμοι κίνδυνοι έχουν πραγματικά ελεγχθεί, αν οι διαδικασίες λειτουργούν όπως προβλέπεται, αν η συντήρηση είναι επαρκής ή αν η επιχείρηση θα μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί μετά από ένα σοβαρό συμβάν.
Η Εμπορευματοποίηση της Ασφάλισης ως Επιταχυντής του Προβλήματος
Το πρόβλημα αυτό ενισχύεται περαιτέρω από μια τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς: την εμπορευματοποίηση της ασφάλισης. Όταν η ασφάλιση αντιμετωπίζεται ως commodity, η συζήτηση μετακινείται σχεδόν αποκλειστικά στην τιμή. Ο πελάτης συγκρίνει ασφάλιστρα. Ο διαμεσολαβητής πιέζεται να μειώσει το κόστος. Ο ανταγωνισμός μετατρέπεται σε διαγωνισμό εκπτώσεων. Η αξία της συμβουλευτικής προσέγγισης υποχωρεί μπροστά στην πίεση της εμπορικής συναλλαγής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πραγματική συζήτηση για τον κίνδυνο συχνά εξαφανίζεται. Η προσοχή επικεντρώνεται στο πόσο φθηνότερα μπορεί να αγοραστεί ένα ασφαλιστήριο και όχι στο κατά πόσο η επιχείρηση είναι πραγματικά εκτεθειμένη σε κινδύνους που μπορούν να απειλήσουν τη βιωσιμότητά της. Όσο περισσότερο η ασφάλιση εμπορευματοποιείται, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι η αγορά ενός συμβολαίου αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένη στρατηγική προστασίας.
Η Σταδιακή Διάβρωση των Πρωτογενών Μέτρων Ελέγχου
Οι συνέπειες αυτής της νοοτροπίας δεν εμφανίζονται από τη μία ημέρα στην άλλη. Αναπτύσσονται αργά και συχνά αθόρυβα. Η συντήρηση αναβάλλεται επειδή η ζημιά θεωρείται ασφαλισμένη. Οι ελλείψεις στην πυροπροστασία παραμένουν ανοικτές επειδή υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη περιουσίας. Τα σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας παραμένουν ανενεργά επειδή η διοίκηση θεωρεί ότι η διακοπή εργασιών θα αποζημιωθεί. Οι κυβερνοκίνδυνοι υποτιμώνται επειδή υπάρχει cyber insurance. Οι κρίσιμες εξαρτήσεις από προμηθευτές, ενέργεια ή τεχνολογικές υποδομές δεν αξιολογούνται επαρκώς επειδή δεν θεωρούνται ασφαλιστικό ζήτημα.
Στην πραγματικότητα όμως οι κίνδυνοι συνεχίζουν να αναπτύσσονται. Η ασφαλιστική προστασία δεν μειώνει την πιθανότητα μιας πυρκαγιάς, μιας κυβερνοεπίθεσης, μιας μηχανικής βλάβης ή μιας σοβαρής διακοπής λειτουργίας. Απλώς δημιουργεί έναν οικονομικό μηχανισμό αντιμετώπισης μέρους των συνεπειών τους.
Η Οδυνηρή Ανακάλυψη Μετά τη Ζημιά
Η πιο δύσκολη στιγμή εμφανίζεται όταν ένα πραγματικό περιστατικό αποκαλύπτει το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που η επιχείρηση πίστευε ότι είχε αγοράσει και σε αυτό που πραγματικά καλύπτεται. Οι περισσότερες απογοητεύσεις από ασφαλιστικές απαιτήσεις δεν οφείλονται σε άρνηση των ασφαλιστών να πληρώσουν νόμιμες αποζημιώσεις. Οφείλονται στην ύπαρξη προσδοκιών που ποτέ δεν ήταν ενσωματωμένες στο ασφαλιστήριο.
Πολλές επιχειρήσεις ανακαλύπτουν μετά τη ζημιά ότι η πραγματική διάρκεια διακοπής εργασιών είναι μεγαλύτερη από την περίοδο αποζημίωσης που επέλεξαν. Άλλες διαπιστώνουν ότι η εξάρτηση από έναν κρίσιμο προμηθευτή δεν καλυπτόταν. Άλλες συνειδητοποιούν ότι η απώλεια πελατών, η ζημία φήμης, οι κανονιστικές παρεμβάσεις ή οι καθυστερήσεις επαναλειτουργίας δεν εμπίπτουν στην ασφαλιστική κάλυψη που θεωρούσαν δεδομένη.
Η ζημιά δεν αποκαλύπτει μόνο ένα ασφαλιστικό κενό. Αποκαλύπτει ένα κενό κατανόησης του ίδιου του κινδύνου.
Ο Σύγχρονος Μεσίτης ως Σύμβουλος Κινδύνων
Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα δημιουργεί μια μεγάλη ευκαιρία για τον σύγχρονο ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Σε μια εποχή όπου η απλή τοποθέτηση ασφαλιστηρίων τείνει να εμπορευματοποιείται, η πραγματική αξία δεν βρίσκεται πλέον στη διαπραγμάτευση ενός ακόμη ασφαλιστηρίου αλλά στην ικανότητα κατανόησης του κινδύνου πριν αυτός μεταφερθεί.
Ο σύγχρονος μεσίτης έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ της λειτουργικής πραγματικότητας της επιχείρησης και της ασφαλιστικής αγοράς. Η αποστολή του δεν είναι μόνο να βρει ασφαλιστική χωρητικότητα αλλά να βοηθήσει τη διοίκηση να κατανοήσει πού γεννιούνται οι κίνδυνοι, πώς μπορούν να εξελιχθούν, ποια είναι τα σημεία συγκέντρωσης έκθεσης, ποιες αλληλεξαρτήσεις παραμένουν αόρατες και ποια μέτρα μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά την πιθανότητα ή τη σοβαρότητα μιας ζημιάς.
Σε αυτή τη νέα προσέγγιση, το ασφαλιστήριο δεν αποτελεί το σημείο εκκίνησης της συζήτησης αλλά το τελικό αποτέλεσμα μιας ευρύτερης διαδικασίας κατανόησης και διαχείρισης του κινδύνου.
Από την Αγορά Ασφάλισης στη Δημιουργία Ανθεκτικότητας
Οι επιχειρήσεις που θα ξεχωρίσουν τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι απαραίτητα εκείνες που θα αγοράζουν τα μεγαλύτερα ασφαλιστικά προγράμματα. Θα είναι εκείνες που θα κατανοούν καλύτερα τους κινδύνους τους. Θα είναι εκείνες που θα επενδύουν στη συντήρηση, στην πρόληψη, στην επιχειρησιακή συνέχεια, στην κυβερνοανθεκτικότητα, στην εκπαίδευση και στη διαχείριση κρίσεων πριν στραφούν στην ασφαλιστική αγορά για τη μεταφορά των υπολειπόμενων κινδύνων.
Η ασφάλιση παραμένει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία οικονομικής προστασίας που διαθέτει μια επιχείρηση. Λειτουργεί όμως καλύτερα όταν στηρίζεται πάνω σε ισχυρά θεμέλια διαχείρισης κινδύνων. Όταν επιχειρεί να τα αντικαταστήσει, μετατρέπεται από εργαλείο ανθεκτικότητας σε πηγή ψευδαισθήσεων. Και οι ψευδαισθήσεις είναι πάντοτε επικίνδυνες όταν έρχεται η στιγμή της αλήθειας.
Το άρθρο αυτό εκφράζει απόψεις του Γιάννη Παπαγεωργίου



