Η ανάγκη ενίσχυσης της ιδιωτικής ασφάλισης, η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού κενού και οι νέες εποπτικές και τεχνολογικές προκλήσεις βρέθηκαν στο επίκεντρο της ομιλίας του Διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, στη συνάντηση του Management Team της Groupama Assurance Mutuelles με θέμα «Προκλήσεις για την Ελληνική Ασφαλιστική Αγορά και την Εποπτική Αρχή».
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η ελληνική ασφαλιστική αγορά απέδειξε την ανθεκτικότητά της απέναντι σε διαδοχικές κρίσεις, όπως η πανδημία, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η ενεργειακή κρίση, διατηρώντας παράλληλα ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το 2025 το σύνολο του ενεργητικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ανήλθε σε 22,1 δισ. ευρώ, ενώ ο δείκτης κάλυψης κεφαλαιακών απαιτήσεων SCR διαμορφώθηκε στο ιδιαίτερα υψηλό 173%.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο ζήτημα του «insurance protection gap», δηλαδή του ασφαλιστικού κενού που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά, ειδικά σε τομείς όπως οι φυσικές καταστροφές, η συνταξιοδοτική κάλυψη και η ασφάλιση υγείας. Ο Διοικητής της ΤτΕ σημείωσε ότι η Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε κινδύνους όπως πλημμύρες, πυρκαγιές και σεισμοί, με χαμηλό ακόμη ποσοστό ασφαλιστικής κάλυψης.
Παράλληλα, στάθηκε στις προκλήσεις που φέρνει ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κλάδου, αναφερόμενος στη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης και Big Data από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για καλύτερη αξιολόγηση κινδύνων, περιορισμό της ασφαλιστικής απάτης και ανάπτυξη νέων προϊόντων. Τόνισε, ωστόσο, ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις αυξάνουν και τους κυβερνοκινδύνους, καθιστώντας κρίσιμη τη συμμόρφωση με τον ευρωπαϊκό Κανονισμό DORA για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα.
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε επίσης στις νέες εποπτικές απαιτήσεις που φέρνει η αναθεώρηση του πλαισίου EIOPA και της οδηγίας Solvency II, αλλά και στην εφαρμογή της οδηγίας IRRD για την ανάκαμψη και εξυγίανση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, επισημαίνοντας ότι η ελληνική ασφαλιστική αγορά έχει ήδη αποδείξει την ικανότητά της να προσαρμόζεται σε απαιτητικά κανονιστικά περιβάλλοντα.
Κλείνοντας, χαρακτήρισε την ασφαλιστική αγορά «στρατηγικό πυλώνα ανάπτυξης της οικονομίας», επισημαίνοντας ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις λειτουργούν τόσο ως φορείς διαχείρισης κινδύνων όσο και ως σημαντικοί θεσμικοί επενδυτές, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σταθερότητα και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.





