Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2022

Ο πληθωρισμός, οι ανατιμήσεις των ασφαλίστρων και το δίλημμα στον κλάδο αυτοκινήτων

Της Σωτηρία Γιαννακοπούλου,

Οι παγκόσμιες αγορές καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της πρωτοφανούς μείωσης της ζήτησης που επέφεραν τα παρατεταμένα lockdown σε κάθε έκφανση του καταναλωτισμού. Η αναδίπλωση των αγορών υπό τη σκιά του κορωνοϊού, προκάλεσε μείωση των τιμών σε μια ευρεία γκάμα προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την ενίσχυση της ρευστότητας της αγοράς, στρατηγική η οποία έως ένα βαθμό θεωρήθηκε αποδοτική.

Σαφώς, όλοι περιμέναμε ότι η επανεκκίνηση της οικονομίας θα συνοδευόταν από ένα νέο κύμα αυξήσεων, δεδομένης και της επιθυμίας των καταναλωτών να απολαύσουν όλα όσα τους στέρησε βίαια η πανδημία. Ωστόσο, το ανεξέλεγκτο κύμα ανατιμήσεων που βιώνει η Ευρώπη τους τελευταίους μήνες έχει ξεπεράσει κάθε προσδοκία. O απρόβλεπτος -ή και όχι- παράγοντας της αύξησης των τιμών της ενέργειας και του πετρελαίου έχει άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγική διαδικασία και τις μεταφορές, γεγονός που αποτυπώνεται ακόμη και στις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης.

Όσο η τσέπη του καταναλωτή επιβαρύνεται, τόσο οι επιλογές του μειώνονται. Τη νέα αυτή πραγματικότητα έχει αντιληφθεί και η ασφαλιστική βιομηχανία, η οποία επιδιώκει παρά τις αντιξοότητες να διατηρήσει, αν όχι να αυξήσει, το μερίδιό της στην αγορά.

Ωστόσο, η ενδεχόμενη μείωση των ασφαλίστρων ως μέσο για την προσέλκυση νέων πελατών κρίνεται μάλλον αδύνατη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Μπορεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας ορισμένες ασφαλιστικές εταιρείες να επανεκτίμησαν τις τιμές των συμβολαίων τους, προχωρώντας σε μειώσεις, κυρίως στον κλάδο της ασφάλισης αυτοκινήτου, αλλά τη δεδομένη χρονική στιγμή η επιλογή αυτή μοιάζει απαγορευτική.

Σε ανοδική τροχιά οι ασφαλίσεις ζωής και υγείας

Παρά την οικονομική δυσχέρεια που προκάλεσε η πανδημία στο σύνολο των καταναλωτών, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής αυξήθηκαν στη χώρα μας κατά 14,4% το πρώτο εννεάμηνο του 2021 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2020, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΑΕΕ για την παραγωγή ασφαλίστρων.

Όπως αποδεικνύεται, οι καταναλωτές συνειδητοποίησαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας την αξία της ιδιωτικής ασφάλισης και της πρόληψης για την προστασία της υγείας τους, επισπεύδοντας τη σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στο οποίο χρόνια δίσταζαν να προχωρήσουν. Τη τελευταία δεκαετία τα ασφάλιστρα στο χώρο της υγείας έχουν αυξηθεί αισθητά, με την ασφαλιστική βιομηχανία να αποδίδει τις εν λόγω προσαυξήσεις στον υψηλό πληθωρισμό του κλάδου υγείας, ο οποίος σε συνδυασμό με τις φορολογικές επιβαρύνσεις, δίνει σαφώς ώθηση στις τιμές των ασφαλίστρων.

Το καθαρό κόστος κάλυψης των νοσοκομειακών προγραμμάτων βρίσκεται επίσης σε ανοδική τροχιά τα τελευταία δύο χρόνια, παρουσιάζοντας αύξηση που αγγίζει το 13%, σύμφωνα με τη τελευταία έρευνα του ΙΟΒΕ. Αν και λόγω των παρατεταμένων lockdown τα δύο τελευταία χρόνια οι ιογενείς λοιμώξεις κατέγραψαν σημαντική μείωση, περιορίζοντας έτσι τα περιστατικά που έχρηζαν νοσηλείας, οι αποζημιώσεις για ιατρική περίθαλψη παρέμειναν σε ιδιαιτέρως υψηλά επίπεδα. Η διαπίστωση αυτή δεν προκαλεί εντύπωση, δεδομένου ότι ο εξελιγμένος ιατρικός εξοπλισμός και τα προηγμένα μέσα στο χώρο της τηλε-ιατρικής (λαπαροσκοπική – ρομποτική ιατρική) κοστολογούνται πιο ακριβά για τον ασφαλισμένο, γεγονός που ασφαλώς μεταφράζεται και σε αυξήσεις στις τιμές των ασφαλίστρων.

Οι φυσικές καταστροφές αυξάνουν το κόστος των ασφαλιστηρίων στον κλάδο περιουσίας

Ανοδικά αναμένεται να κινηθούν οι τιμές και στον κλάδο περιουσίας, με τις προεκτάσεις της κλιματικής αλλαγής να είναι πλέον αισθητές και στη χώρα μας, μέσω των αλλεπάλληλων και υψηλής έντασης φυσικών καταστροφών. Ο κυκλώνας Ιανός, ο πύρινος εφιάλτης του Αυγούστου, οι πλημμύρες που ακολούθησαν, καθώς και οι σεισμοί που σημειώθηκαν σε Θεσσαλία και Κρήτη κατά τη διάρκεια του έτους αύξησαν σημαντικά το κόστος των αποζημιώσεων που κλήθηκαν να χορηγήσουν τόσο το κράτος, όσο και οι ασφαλιστικές εταιρείες.

Αφενός, οι αυξημένες απαιτήσεις για την αποκατάσταση των ζημιών, πρόκειται να αποτυπωθούν στις τιμές των ασφαλιστηρίων συμβολαίων στον κλάδο περιουσίας τους επόμενους μήνες, εξαιτίας και των επιπλέον χρεώσεων από τους μεγάλους αντασφαλιστικούς ομίλους του εξωτερικού. Αφετέρου, ο νέος κλιματικός νόμος και οι διατάξεις του περί υποχρεωτικής ασφάλισης των ακινήτων σε ζώνες υψηλής τρωτότητας, θα λειτουργήσουν εξίσου επιβαρυντικά για τους κατοίκους των συγκεκριμένων περιοχών, καθώς λόγω του υψηλού κινδύνου, οι ασφαλιστικές εταιρείες θα κοστολογήσουν ακριβότερα την ασφαλιστική τους κάλυψη.

Το στοίχημα του αυτοκινήτου

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο κλάδος της ασφάλισης αυτοκινήτου, ο οποίος το τελευταίο διάστημα χαρακτηρίζεται από τις αλλεπάλληλες αυξομειώσεις στις τιμές των ασφαλίστρων.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα περιοριστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, προέβλεπαν και την απαγόρευση κυκλοφορίας, ενώ είχαν ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό των επιχειρήσεων να στρέφεται προς την τηλεργασία. Οι νέες αυτές συνθήκες είχαν ως απόρροια τη μείωση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, με τον αριθμό τους να περιορίζεται σημαντικά ακόμη και τις καθημερινές. Η πτώση αυτή έχει ως φυσικό επακόλουθο τη συρρίκνωση των ποσοστών των ατυχημάτων και των ζημιών, γεγονός που λειτούργησε ευεργετικά σε έναν παραδοσιακά ζημιογόνο κλάδο για τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Η μείωση των τροχαίων και των αποζημιώσεων, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ζήτηση ασφαλιστηρίων συμβολαίων αυτοκινήτου, παρακίνησαν κάποιες από τις ασφαλιστικές εταιρείες να κατεβάσουν εν μέσω πανδημίας τις τιμές τους, προκειμένου να γίνουν πιο ανταγωνιστικές, αλλά και να διατηρήσουν το κοινό τους.

Ωστόσο, σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει. H κίνηση στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, εκτός από τα προφανή προβλήματα που δημιουργεί στην καθημερινότητα των πολιτών, εντείνει τη συχνότητα των τροχαίων ατυχημάτων, αυξάνοντας κατά συνέπεια και το κόστος των αποζημιώσεων που καλούνται να καταβάλλουν οι ασφαλιστικές εταιρείες. Παράλληλα, η εφοδιαστική κρίση και η έλλειψη πρώτων υλών ταλανίζουν την ασφαλιστική βιομηχανία, επιβραδύνοντας τους ρυθμούς παραγωγής νέων αυτοκινήτων. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες ανατιμήσεις έχει εκτινάξει το κόστος των ανταλλακτικών, γεγονός που μοιραία ανεβάζει και το κόστος της αποκατάστασης των ζημιών τόσο για τους καταναλωτές, όσο και για τις ασφαλιστικές εταιρείες. Συνεπώς, τα μειωμένα ασφάλιστρα στα οποία ορισμένες ασφαλιστικές επικεντρώνουν την πωλησιακή τους στρατηγική, είναι πλέον σαφές ότι αποτελούν ένα ρίσκο για τα αποθεματικά τους, έχοντας άμεσο αντίκτυπο και στην φερεγγυότητα τους.

Και το δίλημμα στην προκειμένη περίπτωση παραμένει. Θα επιχειρήσουν οι εν λόγω εταιρείες να αυξήσουν τη τιμή των ασφαλίστρων τους ή θα εξακολουθούν να πουλούν με χαμηλά κόστη, προκειμένου να διατηρήσουν το πελατολόγιό τους με τον κίνδυνο να ελαχιστοποίησουν τα αποθεματικά τους;

Σε κάθε περίπτωση η μετά-Covid εποχή σηματοδοτεί και την «σκλήρυνση της αγοράς» όπως δήλωσε ο Jerome Haegeli, επικεφαλής οικονομολόγος της Swiss Re στην τελευταία έκθεση του ομίλου, η οποία να κάνει λόγο για αύξηση της ζήτησης σε επίπεδα ρεκόρ τα επόμενα χρόνια. «Η ανάπτυξη υψηλότερων απαιτήσεων με γνώμονα τον πληθωρισμό σε όλους τους τομείς δραστηριότητας, ο συνεχής κοινωνικός πληθωρισμός και τα επίμονα χαμηλά επιτόκια θα είναι οι κύριοι παράγοντες για τη σκλήρυνση της αγοράς», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Αυτό που μένει να διαπιστώσουμε είναι αν η πολυαναμενόμενη αυτή αύξηση της ζήτησης θα προκαλέσει ένα νέο κύμα αυξήσεων στο κόστος των ασφαλίστρων και φυσικά τι αντίκτυπο θα έχει η εν λόγω εξέλιξη στις επιλογές των καταναλωτών.

Αναδημοσίευση από το έβδομο τεύχος του περιοδικού “The Insurer

Γίνε συνδρομητής ή ανανέωσε την συνδρομή σου εδώ

Διαβάστε Ακόμα

Κλαδική έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού στην Παροχή Ιδιωτικών Υπηρεσιών Υγείας και συναφών Υπηρεσιών Ασφάλισης

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα την τελευταία πενταετία στον κλάδο παροχής ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας καθώς