Αρθρο του Γιώργου Καραβία, Επίτιμου προέδρου του ΣΕΜΑ, CEO, KARAVIAS UNDERWRITING AGENCY. – Αναδημοσίευση απο το brokerstime.gr
Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας στην Ελλάδα αποτελεί έναν ολοένα και πιο σημαντικό πυλώνα συμπληρωματικά προς το δημόσιο σύστημα υγείας. Οι πιέσεις στο ΕΣΥ, οι αυξημένες ανάγκες περίθαλψης λόγω γήρανσης του πληθυσμού και οι τεχνολογικές εξελίξεις στην Ιατρική έχουν οδηγήσει πολλούς πολίτες να αναζητούν μεγαλύτερη ασφάλεια και ταχύτητα εξυπηρέτησης μέσω ιδιωτικών προγραμμάτων. Ωστόσο, το κόστος, οι προκλήσεις της αγοράς και οι προσαρμογές των ασφαλιστικών εταιρειών διαμορφώνουν ένα σύνθετο τοπίο.
Το κόστος ενός προγράμματος υγείας στην Ελλάδα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες:
- την ηλικία του ασφαλισμένου,
- το φύλο,
- το ιστορικό υγείας,
- το επίπεδο καλύψεων,
- το ύψος της απαλλαγής,
- το αν το πρόγραμμα περιλαμβάνει νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη.
Tα βασικά νοσοκομειακά προγράμματα ξεκινούν από μερικές εκατοντάδες ευρώ τον χρόνο, ενώ για μεγαλύτερες ηλικίες ή για ολοκληρωμένα πακέτα με εκτεταμένες παροχές, το κόστος μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τις 2.000-3.000 ευρώ ετησίως.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η ιατρική πληθωριστική πίεση, καθώς το κόστος νοσηλείας των ιδιωτικών υπηρεσιών αυξάνεται με σταθερούς ρυθμούς. Επίσης, η ενσωμάτωση νέων ιατρικών τεχνολογιών, τα ακριβότερα φάρμακα και η αύξηση των λειτουργικών εξόδων των νοσοκομείων, π.χ. το κόστος των διαγνωστικών εξετάσεων, των νοσηλειών και των νέων θεραπειών αυξάνεται ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό, οδηγώντας σε ανατιμήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν το 40%-50%, μόλις σε λίγα χρόνια. Όλα αυτά μετακυλίονται στα ασφάλιστρα, δημιουργώντας ανησυχία στους καταναλωτές για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συμβολαίων τους.
Μία από τις βασικές προκλήσεις είναι η γήρανση του πληθυσμού. Καθώς αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής, αυξάνονται και οι χρόνιες παθήσεις που απαιτούν συνεχή παρακολούθηση και θεραπεία, επιβαρύνοντας τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό σύστημα υγείας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην παροχή επαρκών καλύψεων και στη διατήρηση προσιτών ασφαλίστρων.
Αλλά αυτό δεν είναι εφικτό και διαπιστώνουμε συνεχείς αυξήσεις ασφαλίστρων: με μέσο όρο, οι ετήσιες αναπροσαρμογές κυμαίνονται μεταξύ 7% και 14%, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούν το 20%. Οι αυξήσεις αυτές έχουν αναδείξει την ανάγκη για διαφάνεια και αντικειμενικούς δείκτες υπολογισμού. Η πρόσφατη σύνδεση των αυξήσεων με ειδικό δείκτη κόστους υγείας είναι ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Μια άλλη πρόκληση είναι η έλλειψη ασφαλιστικής παιδείας. Πολλοί καταναλωτές δεν γνωρίζουν τι ακριβώς καλύπτει το συμβόλαιό τους, τι εξαιρείται και πώς λειτουργούν έννοιες όπως οι απαλλαγές καθώς και τα ανώτατα όρια και τα δίκτυα παρόχων. Αυτό οδηγεί συχνά σε απογοήτευση όταν χρειαστεί να κάνουν χρήση του προγράμματος.
Επιπλέον, υπάρχει και το ζήτημα της εμπιστοσύνης. Οι συχνές αλλαγές όρων, οι αυξήσεις ασφαλίστρων και κάποιες αρνητικές εμπειρίες αποζημιώσεων έχουν κάνει μέρος του κοινού επιφυλακτικό απέναντι στην ιδιωτική ασφάλιση υγείας.
Για να ανταποκριθούν σε αυτές τις προκλήσεις, οι ασφαλιστικές εταιρείες στην Ελλάδα προχωρούν σε σημαντικές προσαρμογές. Μία από τις βασικότερες είναι η ανάπτυξη πιο ευέλικτων προγραμμάτων: σε αυτά ο ασφαλισμένος μπορεί να «χτίσει» το συμβόλαιό του επιλέγοντας μόνο τις καλύψεις που τον ενδιαφέρουν, μειώνοντας έτσι το κόστος.
Παράλληλα, ενισχύουν τα δίκτυα συνεργαζόμενων νοσοκομείων, κλινικών και διαγνωστικών κέντρων, ώστε να προσφέρονται στους ασφαλισμένους καλύτερες τιμές και ταχύτερη εξυπηρέτηση. Η χρήση ψηφιακών εργαλείων, όπως εφαρμογές για ραντεβού, τηλεϊατρική και ηλεκτρονικές αποζημιώσεις, βελτιώνει την εμπειρία του πελάτη και μειώνει τη γραφειοκρατία.
Ένα ακόμη σημαντικό βήμα είναι η στροφή στην πρόληψη. Πολλά σύγχρονα προγράμματα δίνουν έμφαση σε προληπτικούς ελέγχους, εμβολιασμούς και προγράμματα ευεξίας. Η λογική είναι απλή: όσο πιο υγιής είναι ο ασφαλισμένος τόσο μικρότερο είναι το κόστος νοσηλειών στο μέλλον.
Η επιτυχία του κλάδου θα κριθεί από την ικανότητα να προσφέρει προϊόντα βιώσιμα, διαφανή και προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ασφαλισμένων, ενώ η συνεργασία μεταξύ ασφαλιστικών, παρόχων και Πολιτείας θα καθορίσει τη θέση της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
Η ιδιωτική ασφάλιση δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να αντικαταστήσει το δημόσιο σύστημα υγείας. Αντίθετα, λειτουργεί συμπληρωματικά. Το ΕΣΥ προσφέρει καθολική πρόσβαση, ενώ η ιδιωτική ασφάλιση προσθέτει ταχύτητα, επιλογή και άνεση. Η συνεργασία των δύο τομέων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, όπως η πανδημία, έδειξε ότι μπορεί να υπάρξει αμοιβαίο όφελος.
Εν κατακλείδι, οι ασφάλειες υγείας στην Ελλάδα βρίσκονται σε φάση μετάβασης. Το κόστος αυξάνεται λόγω δημογραφικών και ιατρικών εξελίξεων, οι προκλήσεις είναι σημαντικές, αλλά οι προσαρμογές και οι καινοτομίες δημιουργούν νέες ευκαιρίες. Για τον καταναλωτή, το «κλειδί» είναι η σωστή ενημέρωση και η επιλογή ενός προγράμματος που να ανταποκρίνεται πραγματικά στις ανάγκες και τις οικονομικές του δυνατότητες.
Σε έναν κόσμο στον οποίο η υγεία γίνεται όλο και πιο πολύτιμη, η ιδιωτική ασφάλιση μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο προστασίας και σιγουριάς, αρκεί να χρησιμοποιηθεί με γνώση και μέτρο.



