Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018,

«Το συνταξιοδοτικό πρόβλημα στην Ελλάδα και πιθανές λύσεις»

Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα η ανησυχία για την οικονομική κατάσταση είναι η μεγαλύτερη που σημειώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Η αβεβαιότητα για το μέλλον προκαλεί όλο και περισσότερη απαισιοδοξία και μελαγχολία στους πολίτες. Το εργασιακό περιβάλλον καθίσταται όλο και περισσότερο ανασφαλές. Ο φόβος και το άγχος μάλλον κυριαρχούν, καθώς το εισόδημα δύσκολα επαρκεί για τις τρέχουσες ανάγκες.

Φυσικά, η απόλυτη αβεβαιότητα συναντάται και στο ζήτημα του συνταξιοδοτικού. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1/10 του ελληνικού πληθυσμού θεωρεί ότι δεν θα πάρει σύνταξη ποτέ! Το ασφαλιστικό σύστημα αλλάζει ραγδαία και ο μέχρι τώρα αναδιανεμητικός του χαρακτήρας δεν φαίνεται πλέον να αποδίδει τα δέοντα, καθώς τα δημογραφικά δεδομένα έχουν αλλάξει και συνεχίζουν να αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί. Η υπογεννητικότητα είναι γεγονός, με αποτέλεσμα να γερνάει ο πληθυσμός της χώρας και να μειώνεται ολοένα το εργατικό δυναμικό. Στα προβλήματα αυτά, αν προστεθούν τα προβλήματα των δημόσιων ασφαλιστικών φορέων, σχετικά με τη διαχείριση και τα αποθεματικά, αν προστεθεί η μείωση των εργασιακών εισφορών και η ανασφάλιστη εργασία, δημιουργείται μία εικόνα μάλλον ζοφερή για τα μελλούμενα.

Οι αλλαγές ως προς το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι πολλαπλές και συνεχείς και πραγματοποιούνται σε διάφορα επίπεδα. Συναντάμε , λοιπόν, μειώσεις σε κύριες αλλά και σε επικουρικές συντάξεις, αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων, αύξηση των απαιτούμενων ετών ασφάλισης αλλά και αλλαγές στα όρια συνταξιοδότησης. Στο κλίμα αυτό γεννάται ένα πολύ μεγάλο ερώτημα στον κάθε πολίτη, το οποίο παραμένει συνήθως αναπάντητο: «Θα πάρω σύνταξη; Και αν πάρω, θα είναι ικανό το ποσό αυτό να καλύπτει τις ανάγκες μου;».

Το τοπίο, όμως, είναι θολό και πολλά μπορούν να γραφτούν και να ειπωθούν γύρω από το ασφαλιστικό σύστημα. Τι ισχύει πραγματικά από αυτά; Και υπάρχει κάποια πρόταση πραγματοποιήσιμη;

Το συνταξιοδοτικό σήμερα

Αρχικά, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι όλες οι κοινωνικές παροχές χορηγούνται από το Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας με στόχο την εξασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας, με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών. Πρώτο και κύριο μέλημα του κράτους στην επίτευξη αυτού του σκοπού είναι η εξασφάλιση και η παροχή της Εθνικής Σύνταξης σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου. Η Εθνική Σύνταξη δεν χρηματοδοτείται από τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αθροίζεται, μάλιστα, με την ανταποδοτική, ώστε ο συνταξιούχος να διάγει βίο εξίσου αξιοπρεπή με την προ συνταξιοδότησης εποχή.

Η ανταποδοτική σύνταξη, από την άλλη, προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, τα έτη ασφάλισης και το κατ’ έτος ποσοστό αναπλήρωσης. Ως συντάξιμες αποδοχές σε αυτή την περίπτωση υπολογίζεται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του. Ως έτη ασφάλισης αναγνωρίζονται τα χρόνια πραγματικής ασφάλισης του δικαιούχου, τα χρόνια, δηλαδή, ασφαλιστέας απασχόλησης ή ιδιότητας στον ΕΦΚΑ ή στους εντασσόμενους στον ΕΦΚΑ φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς για τους οποίους έχει καταβάλει εισφορές.

Όσον αφορά τις συντάξεις που καταβάλλονται λόγω θανάτου, σημαντικό είναι ότι κάθε σύζυγος που χηρεύει στο εξής και είναι σε ηλικία κάτω των 55 ετών, χωρίς να ανατρέφει ανήλικα τέκνα, δικαιούται σύνταξη χηρείας για 3 μόνο χρόνια. Έπειτα την λαμβάνει πάλι μετά το 67ο έτος της ηλικίας του. Αν έχει ανήλικα τέκνα, τα χρήματα αυτά τα λαμβάνει μέχρι την ενηλικίωσή τους και ύστερα πάλι όταν φτάσει ο ίδιος σε ηλικία συνταξιοδότησης. Για να ισχύουν, βέβαια, όλα τα παραπάνω πρέπει ο θανών να υπήρξε ασφαλισμένος για τουλάχιστον 15 χρόνια και ο γάμος να είχε διάρκεια τουλάχιστον 5 έτη. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις που σύνταξη δικαιούνται τα τέκνα του αποθανόντος, εφόσον είναι άγαμα και ως 18 ετών (ή 24 ετών, αν φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες αναγνωρισμένες σχολές), ή ακόμη και ο διαζευγμένος σύζυγος. Πρέπει να σημειωθεί ότι πλέον τα ίδια ακριβώς ασφαλιστικά δικαιώματα, παροχές ή περιορισμούς με τους έγγαμους φέρουν και οι αντισυμβαλλόμενοι στο σύμφωνο συμβίωσης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι με το νέο ασφαλιστικό σύστημα δίνεται η δυνατότητα στους πολίτες, σε περίπτωση καταβολής αναδρομικών συντάξεων ύστερα από δικαστική απόφαση, το ποσό αυτό να συμψηφιστεί με άλλα χρέη τους προς το δημόσιο.

Μία νέα πρόταση.

Παρά τις αλλαγές, ωστόσο, φαίνεται ότι το ασφαλιστικό συνεχίζει να εγκλωβίζει την Ελλάδα στην κρίση. Πρόκειται, δηλαδή, για αλλαγές ανεπιτυχείς ως προς το στόχο τους. Ακόμη και μετά τις αλλαγές, το συνταξιοδοτικό σύστημα παραμένει υπερβολικά κρατικό, δεσμευτικό, άκαμπτο αλλά και επιβαρυντικό. Είναι ενδεικτικό ότι για το μέσο εργαζόμενο το ποσοστό αναπλήρωσης δεν ξεπερνάει το 50%, ενώ γνωρίζουμε ότι για να διάγει βίο αξιοπρεπή ένας συνταξιούχος απαιτείται αναπλήρωση που φτάνει στο 70% του τελευταίου του μισθού.

Η στρατηγική, όμως, αυτή, η οποία ακολουθείται ήδη από το 2009, με λίγες διαφοροποιήσεις από την εκάστοτε κυβέρνηση, και η οποία επιστρατεύει την αυξημένη κρατική επιχορήγηση και τις αυξημένες εισφορές, δεν λειτουργεί. Το βασικό περίγραμμα μιας νέας πρότασης, αντίθετα, οφείλει να στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές:

  1. Δικαιοσύνη για τους νέους
  2. Εξασφάλιση για τους παλιούς
  3. Αναπτυξιακές ευκαιρίες για όλους

Οφείλουμε, επομένως, να αναιρέσουμε το φαύλο κύκλο και να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά μέσα για να επιτύχουμε διαφορετικούς στόχους ως έθνος. Είναι σαφώς απαραίτητο ένα νέο σύστημα συνταξιοδότησης για τις νέες γενιές (ασφαλισμένοι μετά το 1992) και μεταβατικές μεταρρυθμίσεις για τις απερχόμενες (ασφαλισμένοι πριν το 1992).

Μία νέα συνταξιοδοτική πρόταση, η οποία παρουσιάστηκε από τον Δρ. Μ. Νεκτάριο και το Πανεπιστήμιο Πειραιώς, θέτει τέλος στο δίλημμα: στήριξη των απερχόμενων γενεών ή ελάφρυνση των εργαζόμενων γενεών. Προτείνεται, λοιπόν, ένα νέο ισοζύγιο μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στη διαχείριση κινδύνων, με τη λειτουργία τριών βασικών πυλώνων ασφάλισης. Το μοντέλο αυτό έχει εφαρμοστεί μάλλον επιτυχώς και σε άλλες χώρες (Σουηδία, Ιταλία) και είναι δυνατόν να προσαρμοστεί και στα ελληνικά δεδομένα.

Πιο αναλυτικά, το προτεινόμενο σύστημα αποτελείται από ένα ταμείο κύριας ασφάλισης (π.χ. ΕΦΚΑ) και είναι διανεμητικό με καθορισμένες εισφορές. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι μοιάζει με Ατομικούς Λογαριασμούς Κεφαλαιοποίησης. Οι κύριες συντάξεις, δηλαδή, είναι πλήρως αναλογικές των εισφορών που κατεβλήθησαν. Οι εισφορές αυτές υπολογίζονται επί του φορολογητέου εισοδήματος και πλησιάζουν (μόλις!) στο 10% αυτού. Με αυτό τον τρόπο, κάθε χρόνο όλοι οι ασφαλισμένοι συσσωρεύουν ασφαλιστικό κεφάλαιο, για το οποίο μπορούν ανά πάσα στιγμή να ενημερωθούν.

Στο ασφαλιστικό αυτό σύστημα, όσοι επιλέξουν έχουν τη δυνατότητα να μην εισαχθούν στο δημόσιο φορέα, αλλά υποχρεωτικά να συμμετέχουν στο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, το οποίο θα παρέχει τουλάχιστον ισοδύναμη κάλυψη με το υποχρεωτικό επικουρικό ταμείο. Μάλιστα, οι πολίτες θα έχουν την ευχέρεια να επιστρέψουν στο δημόσιο ταμείο, μεταφέροντας τα μέχρι τώρα αποθεματικά τους. Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης θα οργανώνονται προαιρετικά και θα χρηματοδοτούνται από τους ενδιαφερόμενους εργαζόμενους. Τα Ταμεία αυτά δεν θα υπερβαίνουν τα πέντε και θα συστήνονται και θα λειτουργούν υπό αυστηρές προδιαγραφές.

Ένα βασικό σημείο της συγκεκριμένης μελέτης είναι το γεγονός ότι οι παλαιοί ασφαλισμένοι (ως το 1992) παραμένουν ως έχουν ως προς τη νομοθεσία και τα ποσοστά των εισφορών, ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούν σύστημα Νοητής Κεφαλαιοποίησης με εισφορά στο 10% (3,33% από τον εργαζόμενο και 6,67% από τον εργοδότη). Προβλέπεται ότι η μείωση των εισφορών θα οδηγήσει σε αύξηση των προσλήψεων. Να σημειωθεί εδώ ότι το κράτος θα μεριμνήσει για την εξασφάλιση των μεγαλύτερων, καθώς αυτοί έχουν αποδώσει διαχρονικά μεγαλύτερες εισφορές.

Ακολουθώντας την πρόταση αυτή, ο μέσος πολίτης θα έχει πλήρη βεβαιότητα ότι μετά από 35 χρόνια εργασίας θα έχει ένα ποσοστό αναπλήρωσης 55% από τα κρατικό σύστημα συντάξεων με συνολικές ασφαλιστικές εισφορές 16%. Αυτό συνεπάγεται ότι με επιπλέον εισφορές 4% σε ένα Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, εξασφαλίζει ένα ποσοστό αναπλήρωσης 75%. Σε αντίθεση, σήμερα με εισφορές 27% δεν υπάρχει καμία εγγύηση για ονομαστικά ποσοστά αναπλήρωσης 56%.

Στο προτεινόμενο από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς σύστημα δεν θα υπάρχει καμία συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού, παρά μόνο για τη στήριξη των απερχόμενων γενεών. Πράγμα που ούτως ή άλλως συμβαίνει και τώρα, παρά τις όποιες αλλαγές. Σταδιακά, οι πολίτες θα αισθανθούν ότι έχουν ίση μεταχείριση μεταξύ τους και θα εδραιωθεί μία νέα κουλτούρα αποταμίευσης.

Επιστροφή στην πραγματικότητα.

Η παραπάνω προτεινόμενη λύση μοιάζει μάλλον ιδανική και, δυστυχώς, δεν προβλέπεται η υλοποίησή της τα αμέσως επόμενα χρόνια. Επομένως, όσο οι παροχές μειώνονται και, ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα και η ανάγκη για εξασφάλιση αυξάνονται, η σύνταξη γίνεται απόφαση και πρωτοβουλία του κάθε ατόμου. Στην πραγματικότητα, είναι πολλά τα συνταξιοδοτικά προγράμματα που κυκλοφορούν στην αγορά της ιδιωτικής ασφάλισης. Λίγοι, όμως, από το ευρύ κοινό γνωρίζουν πώς αυτά λειτουργούν, αλλά και τα πλεονεκτήματά τους.

Ας δούμε αρχικά τι προσδοκεί ο υποψήφιος πελάτης από ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ιδιωτικής ασφάλισης. Ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα αυτού του είδους για να καταστεί ιδανικό για τον ασφαλισμένο πρέπει να έχει ευελιξία και ταυτόχρονα εγγύηση, αλλά και σίγουρη απόδοση. Φαίνεται, επίσης, ικανοποιητικό να έχει ο πελάτης την ευχέρεια να το προσαρμόσει στις οικονομικές του δυνατότητες και να ξεκινά με μικρά ποσά αποταμίευσης, ενώ σημαντική είναι και η πιθανότητα ενίσχυσης του προγράμματος, κατά διαστήματα, με την αποταμίευση μεγαλύτερων χρηματικών ποσών. Ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, άλλωστε, πρέπει να αποτελεί μία έξυπνη αγορά, η οποία θα στηρίζεται σε ένα φερέγγυο και αξιόπιστο οργανισμό και θα προσφέρει στον πελάτη την ελευθερία επιλογής των παροχών του.

Τα παραπάνω μάλλον καλύπτονται από ορισμένα συνταξιοδοτικά προγράμματα της αγοράς της ιδιωτικής ασφάλισης. Υπάρχουν προγράμματα, τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα επιλογής περιοδικού ή εφάπαξ ασφαλίστρου, αλλά και καθορισμού του επιθυμητού ποσού σύνταξης από σήμερα για 10, 15, 20, 25 έτη. Επιπλέον, σημαντική είναι και η ικανότητα ενίσχυσης της μελλοντικής εγγυημένης παροχής με έκτακτες καταβολές, καθώς και η επιλογή στη λήξη του συνταξιοδοτικού προγράμματος διαφορετικών παροχών ανάλογα με τις τότε ανάγκες. Οι πιθανές επιλογές για τον ασφαλισμένο είναι οι εξής: λήψη εφάπαξ κεφαλαίου, ή εξασφάλιση συγκεκριμένου ποσού σύνταξης για επιθυμητή διάρκεια, ή εξασφάλιση σύνταξης ισοβίως.

Υπάρχουν, μάλιστα, «παραδοσιακά» συνταξιοδοτικά προϊόντα. Αξιοσημείωτη δε είναι και η επιλογή μεταξύ σταθερού ή αναπροσαρμοζόμενου ασφαλίστρου, το οποίο προστατεύει σαφώς από τον πληθωρισμό με στόχο την ενίσχυση της εγγυημένης παροχής. Οφείλουμε να αναφερθούμε και στην ασφαλιστική προστασία που παρέχεται και πριν τη συνταξιοδότηση και κατά τη διάρκεια αυτής, με τη δυνατότητα της ισόβιας μεταβιβαζόμενης σύνταξης.

Η επιλογή, λοιπόν, και η αγορά ενός συνταξιοδοτικού προγράμματος ιδιωτικής ασφάλισης μοιάζει με αποταμίευση χωρίς ρίσκο. Πέραν της ασφαλιστικής προστασίας, προσφέρει ευελιξία και πλήθος επιλογών, οι οποίες ενισχύονται από τις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρίες.

Πριν την ολοκλήρωση του άρθρου αυτού, θα είχε ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε ένα παράδειγμα. Ένας άνδρας, ηλικίας 35 ετών, ο οποίος επιθυμεί από αυτή την ηλικία να φροντίσει για τη σύνταξή του και το μελλοντικό επίπεδο διαβίωσης του μπορεί, καταβάλλοντας ανελλιπώς 2 ευρώ την ημέρα, να λάβει στα 65 του έτη εφάπαξ ποσό ως και 29.593,75 ευρώ ή ισόβια σύνταξη ή μηνιαία σύνταξη 266,29 ευρώ εγγυημένη για 10 χρόνια, αναλόγως με τις τότε ανάγκες του. Επιπλέον, αν το ποσό ενισχυθεί τέσσερις φορές με 1.500 ευρώ την κάθε φορά, τότε το εφάπαξ ποσό που θα λάβει ο κύριος αυτός στα 65 του έτη θα φτάνει τα 38.645,22 ευρώ, ενώ η πιθανή μηνιαία σύνταξη τα 347,73 ευρώ για 10 έτη. Φυσικά, οι αναπροσαρμογές που μπορούν να πραγματοποιηθούν είναι πολλές και προσαρμόζονται πάντα στις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις δυνατότητες του κάθε ασφαλισμένου. Αυτό, εξάλλου, είναι και το μεγάλο πλεονέκτημα των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων.

Author: Γκάρλας Βασίλειος

Πηγή: asfalistiko.info

Βιογραφικό

Κοινοποιήστε το άρθροShare on FacebookShare on LinkedIn

Ειδήσεις από τα συνεργαζόμενα site

Insuranceworld.gr

Sofokleousin.gr

Ροή ειδήσεων

Άποψη

Τα σεμινάρια μας

Δηλώστε συμμετοχή για ένα από τα επόμενα σεμινάρια

Θέμα:

Ημερομηνία διεξαγωγής

01/01/1970 /

Τόπος:

Εισηγητής /

Κόστος /

Θέμα:

Ημερομηνία διεξαγωγής

01/01/1970 /

Τόπος:

Εισηγητής /

Κόστος /

Τα νέα των ασφαλιστικών εταιριών

Τα νέα των συλλόγων

Αθήνα
Ένωση Ασφαλιστικών Πρακτόρων Κρήτης Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Χανίων Σύλλογος Διαμεσολαβούντων στην Ιδιωτική Ασφαλιση Δωδεκανήσου Ένωση επαγγελματιών ασφαλιστών Νοτιοδυτικής Ελλάδος Σύλλογος Διαμεσολαβητών Ασφαλειών Μαγνησίας Ένωση Ασφαλιστικών Πρακτόρων Κεντρικής Ελλάδος Ένωση Ασφαλιστικών Πρακτόρων & Ασφαλιστικών Συμβούλων Ν.Ιωαννίνων Σωματείο ασφαλιστικών Πρακτόρων Δυτικής Μακεδονίας Σύνδεσμος Διαμεσολαβούντων Ασφαλιστικών Εργασιών Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Ν.Σερρών Ένωση Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας
Αθήνα